ΓΛΩΣΣΑ
Λόγω μεταφράσεων, η Ελληνική έκδοση του Δελτίου ΝΑΤΟ θα είναι online περίπου δύο εβδομάδες μετά από την Αγγλική έκδοση
ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΝΑΤΟ
ΟΡΟΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΑΡΘΡΩΝ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ COPYRIGHT
ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ
 RSS
ΣΤΕΙΛΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΥΤΟ ΣΕ ΕΝΑ ΦΙΛΟ
ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ ΝΕΟ ΔΕΛΤΙΟ ΝΑΤΟ
  

Η οικονομία της Κίνας: το μεγαλύτερο της όπλο ή το αδύνατό της σημείο;

Ο David Snowdon του Business Monitor International εξετάζει το πώς η αυξανόμενη οικονομική δραστηριότητα της Κίνας είναι αλληλένδετα συνδεδεμένη με την θέση της για την ασφάλεια.

Κατά τα τελευταία 20 χρόνια το πραγματικό ΑΕΠ της Κίνας ήταν κατά μέσο όρο 9,9%. Κάτι που ανύψωσε την οικονομία της από του να είναι μόνον περιθωριακά σχετική στο να γίνει μία από τους μεγαλύτερους οδηγούς της παγκόσμιας ανάπτυξης. Μεταξύ του 2000 και του 2009, η Κινεζική οικονομία αυξήθηκε από το μόλις 3,7% του παγκοσμίου ΑΕΠ (σε ονομαστικούς όρους δολαρίου ΗΠΑ) στο 8,1%.

Κατά τα επόμενα δέκα χρόνια, η Κινεζική ανάπτυξη θα πρέπει να περιοριστεί σε ένα μέσο όρο 7,5 %, κάτι που θα είναι αρκετό όμως για να αυξηθεί το μερίδιο της Κίνας στο παγκόσμιο προϊόν στο 14,9%. Όπως δείχνει το διάγραμμα 1, αυτό θα οδηγήσει σε σημαντικό βαθμό σύγκλισης με τις ΗΠΑ – όπου οι ίδιες θα πρέπει να συμβάλουν στο παγκόσμιο ΑΕΠ μέχρι το 2019 μόνο με 19,4%.

Ωστόσο, ακόμη και με ισχυρή ανάπτυξη κατά τα επόμενα 10 χρόνια, το κατά κεφαλήν Κινεζικό ΑΕΠ θα είναι ακόμη μόλις 11,644 δολάρια ΗΠΑ ή 20% το επιπέδου των ΗΠΑ το 2019.

Οι προσπάθειες της Κίνας να αγοράσει κάποιες κύριες δυτικές επιχειρήσεις είχαν περιορισμένη επιτυχία μόνον εξ αιτίας ανησυχιών τόσο πολιτικών όσο και εθνικής ασφάλειας

Το 2009, η Κίνα ήταν ο μεγαλύτερος επενδυτής παγκοσμίως στον τομέα της ενέργειας και των εταιρειών ενέργειας, και ο δεύτερος μεγαλύτερος για υλικά: οι πόροι αντιπροσώπευαν τα δύο τρίτα όλων των κινεζικών συμφωνιών στο εξωτερικό. Οι Δυτικές επιχειρήσεις παραμένουν ένας σημαντικός πόλος έλξης για την Κίνα, όχι μόνον για τα φυσικά αποθέματα που θα φέρουν αλλά επίσης και για την αρτιότητα γνώσεων που θα αποκτήσουν.

Όπως η προσπάθειες της Κίνας να αγοράσουν αυστραλιανές και αμερικανικές εταιρείες είχαν περιορισμένη επιτυχία εξ αιτίας ανησυχιών τόσο πολιτικών όσο και εθνικής ασφάλειας. Η αποτυχία της προσπάθειας των 19 δισ. δολαρίων ΗΠΑ της Chinalco για να αποκτήσει την Rio Tinto της Αυστραλίας οδήγησε σε μια κίνηση προς την κατεύθυνση λιγότερο «απειλητικών» μικρότερων αγορών, όπως είναι η αγορά 3 δισ.δολαρίων ΗΠΑ από την Yanzhou Coal Mining της Felix Resources της Αυστραλίας. Με την επένδυση σε μεγάλη κλίμακα σε πολλές δυτικές εταιρείες φυσικών πόρων στο εξωτερικό, η Κίνα όλο και περισσότερο στόχευσε τις επενδύσεις σε αναδυόμενες αγορές, ιδιαιτέρως στην Κεντρική Ασία και την Υπο-Σαχάρια Αφρική.

Η Κεντρική Ασία για πολύ καιρό ήταν μια περιοχή ενδιαφέροντος για την Κίνα πάνω σε γεωπολιτική μάλλον βάση παρά σε οικονομική. Η Κίνα φοβάται την Ισλαμιστική διείσδυση από την Κεντρική Ασία σε σχέση με τους Μουσουλμάνους Ουιγούρους της πλέον δυτικής επαρχίας Xinjiang, στην οποία εκδηλώθηκε μαζική αναταραχή το 2009. Το Πεκίνο φοβάται ότι οι κοινότητες των Ουιγούρων της διασποράς στο Κιργιστάν και στο Καζακστάν μπορεί να προσφέρουν υποστήριξη διοικητικής μέριμνας στους συγγενείς τους που μένουν στην Κίνα. Το Πεκίνο δεν επιθυμεί να δει επεκταμένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Κεντρική Ασία καθώς φοβάται ότι αυτό μπορεί να είναι μέρος μιας απόπειρας για την περικύκλωση της Κίνας, παροχής καλυμμένης υποστήριξης στους Ουιγούρους ακτιβιστές, και για την μείωση της Κινεζικής επιρροής στην περιοχή.

Το διάγραμμα δείχνει την ανάπτυξη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μεταξύ του 2000 και των προβλέψεων για το 2018 των ανεπτυγμένων κρατών (πάνω γραμμή), της Κίνας (μεσαία γραμμή) και των αναπτυσσόμενων κρατών ως σύνολο (κάτω γραμμή)

Η Κίνα έχει δώσει δάνεια στο Καζακστάν και στο Τουρκμενιστάν ενώ την ίδια στιγμή κάνει μεγάλες επενδύσεις στην περιοχή στις βιομηχανίες πετρελαίου, αερίου και ακόμη και ουρανίου. Κάτι που δεν θα ικανοποιήσει μόνον την ανάγκη της Κίνας σε φυσικούς πόρους, αλλά θα δεσμεύσει περισσότερο τα κράτη της περιφέρειας αυτής στο Πεκίνο. Για παράδειγμα, ένα δάνειο 4 δισ. δολαρίων ΗΠΑ στο Τουρκμενιστάν για να αναπτύξει το τεράστιο κοίτασμα αερίου του Δυτικού Iolotan συνέπεσε με τον Αγωγό Αερίου Κεντρικής Ασίας-Κίνας, μιας σύνδεσης 2.000 χιλιομέτρων η οποία εγκαινιάστηκε τον Δεκέμβριο του 2009. Ο πρώτος αγωγός θα μεταφέρει 13 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα (m³) αερίου από το Τουρκμενιστάν στην Κίνα το 2010, ενώ ένας δεύτερος αγωγός θα προωθήσει την συνολική χωρητικότητα μέχρι τα 40 δισ. m³ μέχρι το 2012-2014, και θα περιλαμβάνει εξαγωγές από το Ουζμπεκιστάν και το Καζακστάν.

Παρόμοιες στρατηγικές χρησιμοποιούνται στην Υποσαχάρια Αφρική. Ο Πρωθυπουργός Wen Jiabao υπαινίχθηκε ότι 10 δισ. δολάρια ΗΠΑ θα μπορούσαν να δοθούν σε δάνεια κατά τα επόμενα τρία χρόνια - σαν τα 10 δισ. δολάρια ΗΠΑ δάνειο που δόθηκαν στο Καζακστάν κατά τη διάρκεια της κρίσης του τραπεζικού τομέα της - ανοίγοντας το δρόμο για την πραγματοποίηση επενδύσεων. Μάλιστα, ορισμένες από τις προτεινόμενες συμφωνίες είναι ακόμα μεγαλύτερες από αυτές της Κεντρικής Ασίας. Το πρόγραμμα πετρελαίου Νίγηρα-Κίνας ανέρχεται σε περίπου 5 δισ. δολάρια ΗΠΑ, ενώ έχουν προταθεί επενδύσεις ύψους 7-9 δισ. δολαρίων ΗΠΑ στην Γουινέα.

Υπάρχει μια σειρά από δέλεαρ και για τις δύο πλευρές σε αυτές τις συμφωνίες. Για τα κράτη της Αφρικής, η Κίνα προσφέρει μια πηγή τόσο για βοήθεια όσο και για επενδύσεις, κάτι που δεν συνδέεται άμεσα με τη μεταρρύθμιση της διακυβέρνησης ή άλλα πολιτικά κριτήρια. Για την Κίνα, πρώτα και κύρια η επένδυση είναι φυσικά μια επιχειρηματική απόφαση. Ωστόσο, ένα σημαντικό δευτερεύον ζήτημα για την Κίνα είναι η προώθηση της άποψης της μη επέμβασης στις υπέρτατες υποθέσεις των άλλων κρατών. Με δεδομένες τις ευαισθησίες της Κίνας γύρω από το πολιτικό καθεστώς του Θιβέτ και της Ταϊβάν, καθώς και των αυτονομιστών Ουιγούρων, αυτή παραμένει μια λογική πορεία δράσης.

Και ενώ είναι άμεσα ελκυστική και για τις δύο πλευρές, είναι συζητήσιμο το κατά πόσο θα είναι για το μακροπρόθεσμο συμφέρον των αφρικανικών κρατών. Υπάρχουν ήδη αναφορές ότι Κινέζοι επενδυτές εγκατέλειψαν τα προγράμματα επενδύσεων σε αρκετά κράτη της Υποσαχάριας Αφρικής, και η επένδυση πάνω στην υποδομή αργή να υλοποιηθεί.

Δεν είναι μόνον οι Δυτικοί πολιτικοί που είναι πιθανόν θα δώσουν σημασία στην αυξανόμενη διεθνή παρουσία της Κίνας, αλλά επίσης και οι Κινέζοι στρατιωτικοί σχεδιαστές

Ωστόσο, η επένδυση της Κίνας σε αναδυόμενες αγορές δεν αποκλείει την επένδυση σε αναπτυγμένες αγορές. Υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους η Κίνα μπορεί να προσεγγίσει τις Δυτικές αγορές.

Ο πρώτος είναι μέσω της «διπλωματίας του δολαρίου», η οποία σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται στις αναδυόμενες αγορές. Η εικασία στα τέλη του Ιανουαρίου 2010 ότι η Κίνα θα χρηματοδοτήσει ένα μαζικό bailout της Ελλάδας ανοίγει την προοπτική της αύξησης της κινεζικής επιρροής σε δημοσιονομικά εύθραυστα ανεπτυγμένα κράτη, τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να δεθούν όχι μόνον στα κνεζικά δάνεια, αλλά σε συμφωνίες για την πώληση υποδομής, τεχνολογίας ή χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.

Ο δεύτερος τρόπος είναι απλά μέσα από την αγορά δυτικών περιουσιακών στοιχείων τα οποία είναι άμεσα τόσο πολιτικά ευαίσθητα, συμπεριλαμβάνοντας IT, διοικητική μέριμνα και αλυσίδες προμηθειών.

Το γράφημα δείχνει το ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ μεταξύ 2000 και των προβλέψεων για το 2018 των ανεπτυγμένων χωρών (ανώτερη φθίνουσα γραμμή) και των αναπτυσσόμενων (κατώτερη ανιούσα γραμμή)

Αύξηση εντάσεων μελλοντικά;

Οι κινεζικές επενδύσεις στο εξωτερικό - κυρίως στην παραγωγή των στρατηγικών προϊόντων, αλλά και στις βιομηχανίες καταναλωτικών αγαθών - θα συνεχίσουν να προσελκύουν την προσοχή των ξένων κυβερνήσεων. Εν όψει της εξελισσόμενης αντίστασης της Κίνας για την ανατίμηση του γουάν, και το διαρκές μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας, εξακολουθεί να υπάρχει ο μεγάλος κίνδυνος των προστατευτικών μέτρων που εφαρμόζονται στις εμπορικές πολιτικές της Δύσης πέρα από τις περιοριστικές πολιτικές επενδύσεων. Κάνοντας το αυτό σίγουρα θα βλαφθεί η Κίνα - η οποία εξαρτάται από τις εξαγωγικές αγορές της ώστε να καλύψει την εγχώρια παραγωγή η οποία δεν έχει ακόμη μια αγορά εκεί.

Δεν είναι μόνον οι δυτικοί πολιτικοί που πιθανά θα δώσουν σημασία στην αυξανόμενη διεθνή παρουσία της Κίνας, αλλά επίσης και οι Κινέζοι στρατιωτικοί σχεδιαστές. Και ενώ η Κίνα δεν κατέχει ακόμη σημαντικές δυνατότητες προβολής δύναμης, σαφώς έχει αυξανόμενες βλέψεις προς την κατεύθυνση αυτή. Τα τελευταία χρόνια, οι αμυντικοί σχεδιαστές των ΗΠΑ έχουν εκφράσει ανησυχία ότι η Κινεζική οικονομική βοήθεια προς την Μυανμάρ, το Μπαγκλαντές, την Σρι Λάνκα και το Πακιστάν είναι μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής «μαργαριταρένιου περιδέραιου» με την εγκατάσταση ναυτικών εγκαταστάσεων για να κυριαρχήσουν στον βόρειο Ινδικό Ωκεανό και στις σημαντικές εμπορικές διαδρομές Ανατολής-Δύσης.

Σε οικονομικούς όρους, είναι πιθανό να υπάρξει ένα μικρό εμπόδιο για την Κίνα στην υλοποίηση των φιλοδοξιών αυτών με δεδομένες τις περιορισμένες αμυντικές δαπάνες του κράτους επί του παρόντος. Το 2009, ο στρατιωτικός προϋπολογισμός τοποθετήθηκε επίσημα στα 70,3 δισ. δολάρια ΗΠΑ, ή 1,7% του ΑΕΠ, και ακόμη και αν αυτός ο αριθμός είναι υποτιμημένος λόγω κρυφών δαπανών και διαφορετικής αγοραστικής δύναμης, η οικονομική ανάπτυξη από μόνη της θα επιτρέψει να υπάρξει μαζική αύξηση των δαπανών. Με τις αμυντικές δαπάνες στο 1,7% του ΑΕΠ, μέχρι το 2019, ένα πρόσθετο ποσό 208 δισ. δολάρια ΗΠΑ κατ’ έτος θα πρέπει να παραχθεί για το στρατό.

Αυτό θα είναι πάνω από αρκετό για να αλλάξει την πορεία της τρέχουσας ήπιας ισχύος της Κίνας και της διπλωματίας του δολαρίου σε μια πιο αξιόπιστη θέση σκληρής ισχύος.

Μοιραστείτε αυτό    DiggIt   MySpace   Facebook   Delicious   Permalink