ΝΑΤΟ και Ιαπωνία: H ενίσχυση της σταθερότητας στην Ασία
Διμερής συνάντηση, Ιανουάριος 2007 – ο Ιάπωνας Πρωθυπουργός Shinzo Abe με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ Jaap de Hoop Scheffer
(© NATO)
Η Δρ Masako Ikegami εξετάζει την σχέση ΝΑΤΟ-Ιαπωνίας και παρουσιάζει τις προτάσεις της για την βελτίωση της ασφάλειας στην Ανατολική Ασία.

Η επίσκεψη του Πρωθυπουργού Shinzo Abe στην έδρα του NATO τον Ιανουάριο του 2007 – την πρώτη επίσκεψη Ιάπωνα επικεφαλή της κυβέρνησης – χαρακτήρισε το υψηλό σημείο στις σχέσεις ΝΑΤΟ-Ιαπωνίας, οι οποίες αναπτύσσονται σταθερά από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η Συμμαχία και η Ιαπωνία έχουν αρχίσει ένα στρατηγικό διάλογο, με υψηλόβαθμους αξιωματούχους να συναντώνται τακτικά. Επιπρόσθετα, από το 1990 και μετά πραγματοποιήθηκε μια σειρά από Διασκέψεις Ασφαλείας NATO-Ιαπωνίας.

Κατά την άποψή μου, η μεγαλύτερη συνεργασία NATO-Ιαπωνίας θα μπορούσε να είναι χρήσιμη, με δεδομένη τη σημασία του χώρου Ασίας-Ειρηνικού στην παγκόσμια σταθερότητα, και με δεδομένες τις συμπληρωματικές ανάγκες και τα συμφέρονται και των δύο μερών. Αυτό ήταν το μήνυμα που έφεραν μαζί τους πίσω στις πρωτεύουσες τους οι 22 κοινοβουλευτικοί της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του ΝΑΤΟ μετά την επίσκεψη τους στο Τόκυο και την Οσάκα, στην Ιαπωνία τον Ιούνιο του 2007.

Η πρόσφατη ιστορία

Από τότε που τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος, το NATO επέκτεινε τις επιχειρήσεις του – και τη συνεργασία του με τους εταίρους – αντιδρώντας σε σημαντικές απειλές για την ειρήνη και την ασφάλεια όπως είναι η τρομοκρατία και η εξάπλωση των όπλων μαζικής καταστροφής (WMDs). Τόσο η Συμμαχία όσο και η Ιαπωνία αναγκάστηκαν να επαναπροσδιορίσουν τις αντίστοιχες πολιτικές και στρατηγικές τους για την ασφάλεια. Η κύρια γενική ιδέα της απειλής έγινε λιγότερο προσδιορισμένη, ενώ την ίδια στιγμή πολλαπλασιάστηκαν οι περιφερειακές και εθνικές συγκρούσεις.

Είναι η στιγμή για την Ιαπωνία και τη Συμμαχία να αναλάβουν μεγαλύτερες ευθύνες από κοινού, και να εμπλακούν πιο ενεργά για να προωθήσουν την παγκόσμια ασφάλεια και ειρήνη

Η σχετική με την ασφάλεια συνεργασία μεταξύ Συμμαχικών κρατών σε ατομικό επίπεδο και της Ιαπωνίας έχει γίνει πιο συγκεκριμένη από την 11/9 και μετά, ειδικά στον παγκόσμιο πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας. Από το 2001 και μετά, η Ιαπωνία έχει στείλει ναυτικές δυνάμεις στον Ινδικό Ωκεανό και την Αραβική Θάλασσα για να βοηθήσει στον επανεφοδιασμό των Δυτικών ναυτικών δυνάμεων. Από το 2003 και μετά, η Ιαπωνία έχει επίσης σημαντική συνεισφορά στον αφοπλισμό, την αποστράτευση και την επανένταξη (DDR) των ενόπλων ομάδων στο Αφγανιστάν, συνεργαζόμενη στενά με τις δυνάμεις του NATO και έχει δεσμευτεί να παρέχει ανθρωπιστική βοήθεια όπως επίσης και υποστήριξη στις καθοδηγούμενες από το NATO Επαρχιακές Ομάδες Ανασυγκρότησης.

Επιπλέον, οι Ιαπωνικές Δυνάμεις Αυτοάμυνας εργάστηκαν δίπλα στις δυνάμεις διαφόρων κρατών μελών του NATO στις καθοδηγούμενες από τα ΗΕ επιχειρήσεις διατήρησης της ειρήνης στα Υψώματα του Γκολάν· παρείχαν ανθρωπιστική βοήθεια όπως και βοήθεια για τη ανοικοδόμηση στο Ιράκ μετά από αίτημα των Ηνωμένων Πολιτειών· και στην καταστροφή από του σεισμό στο Πακιστάν ανακούφιση και διάσωση.

Τα μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα ασφαλείας

Στην μετά τον Ψυχρό Πόλεμο Ευρώπη, έχει μειωθεί σημαντικά ο κίνδυνος μεγάλων ενόπλων συγκρούσεων. Τώρα στις Ευρωπαϊκές ανησυχίες για την ασφάλεια κυριαρχούν οι ασύμβατες απειλές όπως είναι η τρομοκρατία . Η εικόνα στην Ασία είναι ακόμη πιο ζοφερή.

Μετά από τη διάλυση και τον μετασχηματισμό της Σοβιετικής Ένωσης και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, ήταν αναπόφευκτο ότι και η Συμμαχία θα άλλαζε και ότι θα επέκτεινε τον σκοπό της αποστολής της. Χωρίς μια σοβαρή, άμεση απειλή, το «μαλάκωμα» της αποστολής του Οργανισμού ήταν το λογικό αποτέλεσμα. Η μεταβαλλόμενη φύση της εξωτερικής απειλής – από τη Σοβιετική Ένωση στους θολούς, άμορφους μη-κρατικούς πρωταγωνιστές – θόλωσε επίσης τον προσδιορισμό του NATO για την απειλή. Με αποτέλεσμα, η Συμμαχία να επαναδιατυπωθεί πάνω στη βάση των «κοινών αξιών και της θέλησης».

Η επέκταση της συνεργασίας της Συμμαχίας με εταίρους πέρα από τον Ευρωατλαντικό χώρο ήταν αναμενόμενη καθώς οι δυνάμεις και οι επιχειρήσεις του NATO εξαπλώθηκαν σε ευρύτερα θέατρα. Έτσι η Ιαπωνία και το NATO ενίσχυσαν τους δεσμούς για να προωθήσουν το αποτελεσματικό μοίρασμα του βάρους στην παγκόσμια ασφάλεια.

Η πυρηνική μη-διασπορά στην Ασία είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα ενός πιεστικού θέματος πάνω στο οποίο μπορούν να συνεργαστούν το NATO και η Ιαπωνία για να έχουν θετικά αποτελέσματα

Ωστόσο, το περιβάλλον ασφαλείας της Ιαπωνίας άλλαξε με τελείως διαφορετικό τρόπο από ότι στην Ευρώπη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Σε αντίθεση με το NATO, η Ιαπωνία σταδιακά εκτέθηκε σε νέες και πιο άμεσες στρατιωτικές απειλές, ενώ την ίδια στιγμή οι δυνάμεις των ΗΠΑ εμπλεκόντουσαν όλο και περισσότερο στον Κόλπο και το Αφγανιστάν.

Ασιατική αστάθεια

Υπάρχουν ακόμη δύο σημαντικά σημεία ανάφλεξης στην Ανατολική Ασία, η χερσόνησος της Κορέας και στα Στενά της Ταϊβάν, όπου στο σενάριο της χειρότερης περίπτωσης, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος μιας σύγκρουσης μεταξύ κρατών που θα εμπεριέχει WMD. Επιπρόσθετα, οι διενέξεις για την Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας και τη Νήσο Spratly, μεταξύ άλλων, λογαριάζονται ως ζώνες κινδύνου για ένοπλες συγκρούσεις για εδάφη και φυσικούς πόρους. Και εντατικοποιείται το κυνήγι της Κίνας για αυτούς τους πόρους, υποστηριζόμενο από την αυξανόμενη στρατιωτικής της ισχύ.

Στο μεταξύ, οι δυνάμεις στο εξωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών υφίστανται παγκόσμια εκ νέου ανάπτυξη κάτι που επηρεάζει τον χώρο της Ασίας-Ειρηνικού, προσθέτοντας άλλον ένα παράγοντα αβεβαιότητας για την περιφερειακή ασφάλεια στα επόμενα χρόνια. Η απουσία αξιόπιστων περιφερειακών μέτρων εμπιστοσύνης- και οικοδόμησης-ασφάλειας μόνον επιδεινώνουν αυτή την ήδη ρευστή κατάσταση.

Πυρηνική Βόρειος Κορέα

Οι ανησυχίες της Ιαπωνίας εντάθηκαν από τις εκτοξεύσεις πυραύλων Nodong από την Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας (DPRK) το 1993, τις οποίες ακολούθησαν η πυραυλική κρίση των Στενών της Ταϊβάν το 1995 και το 1996 και την εκτόξευση πυραύλου Taepodong το 1998. Με τις επακολουθήσασες δοκιμές πυραύλων και βομβών το 2006, κλιμακώθηκε σημαντικά η πυρηνική κρίση με την Βόρειο Κορέα, ξεπερνώντας αυτό που μόλις πριν από μια δεκαετία ήταν η «κόκκινη γραμμή». Η Ιαπωνία σύντομα μπορεί να είναι εντός της εμβέλειας μιας επίθεσης από την Βόρεια Κορέα με πυρηνικό πύραυλο.

Παρ’ όλες τις εξελισσόμενες διπλωματικές προσπάθειες, πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι οι παρούσες εξαμερείς συνομιλίες δεν θα πείσουν την Βόρειο Κορέα να προχωρήσει την πλήρη αποπυρηνικοποίηση της. Η ατζέντα των συνομιλιών ικανοποιεί τις ανάγκες της Pyongyang, με τη DPRK να προσφέρει την αντιμετώπιση του πυρηνικού προβλήματος με αντάλλαγμα μια εγγύηση ασφάλειας για το καθεστώς, όπως επίσης και οικονομική βοήθεια για να διασφαλιστεί η επιβίωσή του. Ωστόσο, είναι εύκολο το να κρυφτεί το υψηλά εμπλουτισμένο ουράνιο και δεν μπορεί να απομακρυνθεί τελείως χωρίς την πλήρη δέσμευση της Βορείου Κορέας, κάτι που είναι απίθανο.

Προκειμένου να ασκήσουμε αποτελεσματική αποτροπή, το NATO θα πρέπει να διατηρήσει υψηλό βαθμό ενότητας μεταξύ των μελών του και των εταίρων του

Από την άλλη πλευρά, οποιαδήποτε εξέγερση που μπορεί να προκληθεί από τον οικονομικό στραγγαλισμό και την επακόλουθη αστάθεια του καθεστώτος της DPRK – ή οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια της Βόρειας Κορέας για τις οικονομικές κυρώσεις – μπορεί εύκολα να κλιμακωθεί. Πέρα από την σχεδόν-αυτόματη εμπλοκή και της μίας και της άλλης Κορέας, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επέμβει η Κίνα. Ο κίνδυνος διεθνούς σύγκρουσης στην χερσόνησο της Κορέας είναι ακόμη άκρως πραγματικός.

Κίνα και Ταϊβάν

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (PRC) έχει αναπτύξει σχεδόν χίλιους μικρού και μέσου βεληνεκούς βαλλιστικούς πυραύλους που στοχεύουν την Ταϊβάν και τις δυνάμεις των ΗΠΑ που σταθμεύουν στην Ιαπωνία. Η Beijing ισχυρίζεται ότι οι πύραυλοι αυτοί έχουν ως σκοπό να προλάβουν την Ταϊβάν από του να κηρύξει την ανεξαρτησία - όμως μια αιφνιδιαστική επίθεση με τη χρήση εκατοντάδων πυραύλων θεωρείται επίσης ως μια πρώτη αποτελεσματική κίνηση σε οποιαδήποτε απόπειρα κατάληψης της Ταϊβάν με τη βία.

Επιπρόσθετα, ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (PLA) όλο και περισσότερο εφοδιάζεται με επιθετικά οπλικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένου και ενός αμφίβιου επιθετικού πλοίου το οποίο θα βελτιώσει σημαντικά τις δυνατότητες θαλάσσιας μεταφοράς και προβολής δύναμης του Κινεζικού ναυτικού. Επίσης ο PLA εντείνει τις προετοιμασίες για επιχειρήσεις εναντίον της Ιαπωνίας υποθέτοντας ότι το Τόκυο θα παράσχει βοήθεια διοικητικής μέριμνας σε οποιαδήποτε Αμερικανική επέμβαση σε μια σύγκρουση στις δύο πλευρές του Στενού.

Το 2004, ένα Κινεζικό πυρηνικό υποβρύχιο εισέβαλε στα Ιαπωνικά χωρικά ύδατα, και τα αεροπλάνα ηλεκτρονικού πολέμου του PLA συχνά έχουν παραβιάσει την ζώνη αεράμυνας της Ιαπωνίας. Καταμετρημένες από τις περιπτώσεις όπου οι Δυνάμεις Αεράμυνας της Ιαπωνίας προχώρησαν σε αντίμετρα εναντίον αεροπλάνου του PLA, η συχνότητα των αεροπορικών εισβολών από την αεροπορία της Κίνας εκτοξεύτηκαν από τις 13 περιπτώσεις το 2004 στις 107 κατά τον επόμενο χρόνο. Και σε μια δυσάρεστη έκπληξη το 2006, ένα επιθετικό υποβρύχιο του PLA που ήταν σε κατάδυση παρακολουθούσε χωρίς να γίνει αντιληπτό μέχρι την στιγμή που αναδύθηκε ένα αεροπλανοφόρο των ΗΠΑ που έχει τη βάση του στην Ιαπωνία στην Ανατολική Θάλασσα της Κίνας .

Οι ενέργειες αυτές υποτίθεται ότι γίνονται προκειμένου να συλλεχθούν στοιχεία για ανθυποβρυχιακό πόλεμο (ASW) και για ηλεκτρονικές πληροφορίες. Όμως το γεγονός είναι ότι ο PLA εντείνει τις ενέργειές του που στοχεύουν την συνεργασία ασφαλείας ΗΠΑ-Ιαπωνίας, που επί του παρόντος είναι το μοναδικό σημαντικό εμπόδιο στην φιλοδοξία της Κίνας για την συνένωση της Ταϊβάν με τη βία.

Όλα αυτά έχουν γίνει παράπλευρα με την ταχεία ανάπτυξη των στρατιωτικών δαπανών της Κίνας κατά την τελευταία δεκαετία, με μια αύξηση του 165 τοις εκατό στις στρατιωτικές δαπάνες από το 1996 και μετά. Η Beijing αγοράζει μεγάλες ποσότητες προηγμένων όπλων, συμπεριλαμβανομένου του 43 τοις εκατό όλων των Ρωσικών εξαγωγών όπλων το 2005. Και σε ότι αφορά τις συγκεντρωτικές εισαγωγές κύριων οπλικών συστημάτων από το 2001 έως το 2005, η Κίνα κατετάγη στην κορυφή των παραληπτών όπλων με αξία εισαγωγών πάνω από 13 δισεκατομμύρια $ ΗΠΑ.

Η ταχεία απόκτηση από την Κίνα προηγμένων οπλικών συστημάτων, οι πρόσφατες μεγάλης-κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις με τη Ρωσία που συνδέονται με τον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO· τα σημερινά μέλη είναι η Κίνα, Ρωσία, Καζακστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν και Ουζμπεκιστάν), και οι επανειλημμένες εισβολές στον Ιαπωνικό εναέριο χώρο και τα χωρικά ύδατα της Ιαπωνίας όλα αυτά μας δείχνουν ότι οι προετοιμασίες του PLA για τη χρήση βίας εναντίον της Ταϊβάν δεν είναι μπλόφα.

Μια κοινή ατζέντα ασφαλείας

Έτσι μέχρι σήμερα η συνεργασία NATO-Ιαπωνίας έχει εστιαστεί κυρίως πάνω στην υποστήριξη στο έργο της ανάκαμψης μετά την σύγκρουση όπως είναι η ανοικοδόμηση και η διατήρηση της ειρήνης στο Κοσσυφοπέδιο και το Αφγανιστάν. Από τον Ψυχρό Πόλεμο και μετά, το NATO εμπλεκόταν κυρίως στο έργο του συμβιβασμού μετά την σύγκρουση παρά στην αποτροπή, ή την πρόληψη μιας σύγκρουσης, μια θεμελιώδης αλλαγή κατεύθυνσης για τη Συμμαχία. Και αφού ελέχθη αυτό, με δεδομένο τις πανίσχυρες στρατιωτικές της δυνάμεις, η Συμμαχία είναι ακόμη σε θέση να ασκεί την αποτρεπτική της δυνατότητα προκειμένου να προληφθεί η σύγκρουση.

Η πυρηνική μη-διασπορά στην Ασία είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα ενός πιεστικού θέματος πάνω στο οποίο μπορούν να συνεργαστούν το NATO και η Ιαπωνία για να έχουν θετικά αποτελέσματα. Το δίκτυο του A. Q. Khan, που αποκαλύφθηκε το 2004, ήταν ένα παγκόσμιο, μυστικό συνδικάτο σχετικής με τα πυρηνικά τεχνολογίας. Στην Ασία, πολλά αδύναμα ή αποτυχημένα κράτη που εμπλέκονται στο δίκτυο τείνουν επίσης να εμπλέκονται στη, ή να προσφέρουν μια βάση για την, διακίνηση ανθρώπων και ναρκωτικών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όταν κυριολεκτικά τα αποτυχημένα κράτη επιδιώκουν να αποκτήσουν όπλα μαζικής καταστροφής ως αποτρεπτικό μέτρο για τις σημαντικές δυνάμεις, η εξάπλωση των WMD και οι κρυφές δουλειές ενώνονται για να σχηματίσουν ένα δίκτυο εξάπλωσης. Εάν αυτό το παρόν παράξενο μοντέλο εξάπλωσης – ο συνδυασμός μιας στρατιωτικής χούντας, απομονωτισμού, της «ανθράκευσης» κεφαλαίου, και της ανάπτυξης WMD, όπως είναι οι περιπτώσεις της Βόρειας Κορέας και της Μυανμάρ – επεκταθεί παγκοσμίως, θα δημιουργήσει μια σοβαρή πρόκληση στην διεθνή ασφάλεια. Επομένως είναι ζωτικής σημασίας το να βρεθεί περιεκτική λύση και για το πρόβλημα που θέτει η σύγκλιση πυρηνικών φιλοδοξιών, η διακίνηση, η παραχάραξη κλπ.

Το θέμα αυτό είναι πέρα από το πεδίο των Ασιατικών προσπαθειών μόνον, και η συνεργασία ΝΑΤΟ-Ιαπωνίας μπορεί να παίξει ένα κρίσιμο προληπτικό ρόλο. Τα μέτρα μπορεί να συμπεριλαμβάνουν τέτοιες ενέργειες όπως η Πρωτοβουλία Ασφάλειας για την Διάδοση (PSI), η συνεργασία για πιο αποτελεσματικούς συνοριακούς ελέγχους και οικονομικό περιορισμό των ασχολουμένων με την εξάπλωση.

Άλλος ένας πιθανός σημαντικός τομέας συνεργασίας είναι η πρόληψη μιας σύγκρουσης μεταξύ των δύο πλευρών του Στενού δηλαδή της Κίνας και της Ταϊβάν. Ο παρών υπολογισμός της Beijing ότι μόνον οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ιαπωνία θα επέμβουν για την υπεράσπιση της, συνδυαζόμενος με την αυξανόμενη αυτοπεποίθηση του PLA, μπορεί να παρακινήσει για τα καλά την ΛΔΚ να αναλάβει στρατιωτική δράση.

Αλλά εάν οι υπερδυνάμεις και οι οργανισμοί όπως το NATO αρχίζουν να εκφράζουν «στρατηγική αμφισημία» προς την Κίνα – δηλαδή ότι οι δυνάμεις αυτές μπορεί να υποστηρίξουν τις Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον της ΛΔΚ σε οποιαδήποτε τέτοια σύγκρουση – η Beijing πιθανά θα εγκατέλειπε την πρόθεσή της να χρησιμοποιήσει δύναμη εναντίον της Ταϊβάν.

Επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι από την 11/9 και μετά, η Κίνα αναβαθμίζει με συνέπεια τον SCO από έναν περιφερειακό οργανισμό για την πρόληψη της σύγκρουσης σε ένα συνασπισμό συλλογικής άμυνας. Οι πρόσφατες κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, οι ροές πετρελαϊκών πόρων και οι μη καταγεγραμμένες μεταφορές όπλων μεταξύ των κρατών μελών του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης, σε συνδυασμό με την πυρηνική δυνατότητα του οργανισμού δείχνουν ότι ο SCO έχει την προοπτική του να γίνει ένας σημαντικός αντίπαλος τόσο για την Ιαπωνία όσο και για το NATO.

Τα βήματα για την Ιαπωνία

Οι μοναδικοί πολιτικοί περιορισμοί της Ιαπωνίας, της απαγορεύουν από του να διατηρεί οποιαδήποτε επιθετική ή για αντίποινα στρατιωτική δύναμη, όμως το Τόκυο δημιούργησε επίσης μια ειδική επιτροπή για να ερευνήσει το κατά πόσο μπορεί να ερμηνευτεί το Σύνταγμα της Ιαπωνίας για να αμβλύνει κάποιους από τους περιορισμούς πάνω στους ρόλους και τις αποστολές των Δυνάμεων Αυτοάμυνας.

Επιπλέον, η Ιαπωνία αναβάθμισε τις διεθνείς επιχειρήσεις διατήρησης της ειρήνης από το προηγούμενο καθεστώς τους ως «συμπληρωματικές» σε αποστολές «προτεραιότητας» για τις Δυνάμεις Αυτοάμυνας. Το Τόκυο δημιουργεί ένα νέο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας για να συντονίσει την πολιτική ασφαλείας σε όλα τα υπουργεία, τα οποία κατά το παρελθόν δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους πάντοτε καλά.

Και τέλος, προσφάτως αναβαθμίστηκε το Υπουργείο Άμυνας από το καθεστώς μιας υπηρεσίας που ήταν σε αυτό του πλήρους υπουργείου.

Πέρα από τις πρόσφατες αυτές ενέργειες τα μόνα πραγματοποιήσιμα μέτρα που μπορεί να λάβει το Τόκυο εναντίον τέτοιων σοβαρών ζητημάτων ασφαλείας είναι το να:

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ιαπωνία με συνέπεια επεκτείνει τις συνεισφορές της στις σημαντικές διεθνείς πρωτοβουλίες για ασφάλεια από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και μετά. Η στενότερη συνεργασία με το NATO είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με αυτή την ομάδα των μέτρων.

Τα βήματα για το ΝΑΤΟ

Προκειμένου να ασκήσουμε αποτελεσματική αποτροπή, το NATO θα πρέπει να διατηρήσει υψηλό βαθμό ενότητας μεταξύ των μελών του και των εταίρων του. Εάν ο Οργανισμός επεκτείνει υπερβολικά τις δεσμεύσεις συνεργασίας με κράτη με θέσεις που διαφέρουν ευρέως, μπορεί να μειωθεί η συνοχή της Συμμαχίας. Με άλλα λόγια, η γεωγραφική επέκταση που στερείτε οποιασδήποτε κυρίαρχης αρχής μπορεί να είναι αντιπαραγωγική για το NATO, όπως θα είναι και ο στενός συνεταιρισμός με παράγοντες που δεν συμμερίζονται τις θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με το χειρότερο σενάριο, αυτού του είδους οι συνέταιροι μπορεί να αποδειχθούν ότι είναι «Δούρειοι ίπποι» οι οποίοι τελικά θα διαβρώσουν την ενότητα του NATO.

Ένας συνασπισμός που απαρτίζεται από εταίρους που μοιράζονται τις βασικές αξίες θα, από την άλλη πλευρά, ενισχύσουν την ικανότητα υλοποίησης και την επίδραση αποτροπής του NATO. Προκειμένου να αμβλύνουμε τέτοιους κινδύνους και να κεφαλαιοποιήσουμε πάνω στις επακόλουθες ευκαιρίες, το NATO μπορεί να αποφασίσει να δημιουργήσει ένα σύστημα ένταξης με δύο κατηγορίες:

Κάτω από ένα τέτοιο σχήμα, η Ιαπωνία θα ταίριαζε στην πρώτη κατηγορία, ενώ η Ρωσία (ή τελικά και η Κίνα, εάν προσκληθεί) θα μπορούσαν να ταιριάξουν στην δεύτερη. Με αυτόν τον τρόπο το NATO θα ενίσχυε τα μέτρα οικοδόμησης-εμπιστοσύνης με ορισμένα κράτη, ενώ την ίδια στιγμή θα ενεργούσε πιο δυναμικά για την πρόληψη-συγκρούσεων με εκείνους τους στενούς εταίρους που μοιράζονται τις βασικές Ευρωατλαντικές αξίες και δεσμεύσεις.

Συνοψίζοντας, ο συνεταιρισμός NATO-Ιαπωνίας, ο οποίος αναπτύσσεται σταθερά από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μετά, έχει εισέλθει σε μια νέα φάση. Κατά την άποψή μου, είναι η στιγμή για την Ιαπωνία και τη Συμμαχία να αναλάβουν μεγαλύτερες ευθύνες από κοινού, και να εμπλακούν πιο ενεργά για να προωθήσουν την παγκόσμια ασφάλεια και ειρήνη.

Η σχέση είναι στον σωστό δρόμο, αλλά χρειάζεται ένα σαφές κοινό όραμα και ένας οδικός χάρτης προκειμένου να γίνουν εφικτά τα επόμενα κρίσιμα βήματα.