Ένα γερό θεμέλιο
Ιόνιο Πέλαγος, 15 Φεβρουαρίου 2006: Το βρετανικό αντιτορπιλικό HMS Nottingham και το ρωσικό καταδρομικό Moskva στην διάρκεια εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων που πραγματοποιήθηκαν για να βοηθηθούν τα πληρώματα του Ρωσικού Πολεμικού Ναυτικού για τη συμμετοχή στην Επιχείρηση Active Endeavour (© ISAF)
ΝΑΤΟ και Ρωσία: Σκέψεις που οδηγούν σε προβληματισμό και πρακτικές συμβουλές
Ο Dmitri Trenin εξετάζει τη σχέση ΝΑΤΟ-Ρωσίας κατά την πέμπτη επέτειο του Συμβουλίου ΝΑΤΟ-Ρωσίας και τη δεκάτη από την Ιδρυτική Πράξη του Παρισιού με αντικείμενο τις Διμερείς Σχέσεις.

Για σχεδόν μια δεκαετία μετά από την εμφάνιση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, στο επίκεντρο της εξωτερικής πολιτικής της Μόσχας βρίσκονταν τα σχετικά με το ΝΑΤΟ θέματα. Η Συμμαχία ήταν τόσο ένα σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου όσο και η προεξάρχουσα λέσχη των Δυτικών χωρών. Η Ρωσία αμφιταλαντευόταν μεταξύ χλιαρών προσπαθειών για να συμμετάσχει στη Συμμαχία με ειδικούς όρους, και άκαρπων προσπαθειών για να εμποδίσει τους γείτονες της χώρας από του να επιδιώξουν την ιδιότητα του μέλους ως μια εγγύηση ασφαλείας εναντίον της ίδιας της Ρωσίας.

Τρεις κύριες εξελίξεις διαμόρφωσαν τη σχέση στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990:

Μετά από μια δύσκολη διαδρομή σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1990, όπου τις απτές βελτιώσεις στα πρώτα χρόνιας της δεκαετίας αυτής, ακολούθησε η πρόσφατη δυστοκία στις διμερείς σχέσεις, είναι σαφές ότι, για να βελτιωθούν αυτές οι σχέσεις, και οι δύο πλευρές πρέπει να κάνουν σημαντικές προσπάθειες.

Η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, όπου η χρήση δύναμης από ΝΑΤΟ/ΗΠΑ το 1995 οδήγησε στην υπογραφή της Συμφωνίας Ειρήνης του Dayton, και τις επακολουθήσασες επιχειρήσεις διατήρησης της ειρήνης, στις οποίες συμμετείχαν Ρωσικά στρατεύματα κάτω από τη διοίκηση του ΝΑΤΟ· Η πρόσκληση του ΝΑΤΟ για την διεύρυνση προς την Τσεχική Δημοκρατία, την Ουγγαρία και την Πολωνία το 1997, και η προσχώρησή τους το 1999, ένα πικρό χάπι που μόλις και μετά βίας γλυκάθηκε για την Μόσχα με τη δημιουργία του Μονίμου Μεικτού Συμβουλίου (PJC), ενός συμβουλευτικού οργάνου μεταξύ της Ρωσίας και της Συμμαχίας· και Η κρίση του Κοσσυφοπεδίου του 1999, που εξελίχθηκε στην διάρκειας 78 ημερών αεροπορική εκστρατεία του ΝΑΤΟ εναντίον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, παρ’ όλες τις άκρως σφοδρές διαμαρτυρίες της Μόσχας.

Παρόλα αυτά τα σοβαρά θέματα, η Ρωσία συνέχισε να συμμετέχει στις επιχειρήσεις της Δύναμης Σταθεροποίησης (SFOR) στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη και μάλιστα τον Ιούνιο του 1999 ζήτησε να συμμετάσχει στην Δύναμη Κοσσυφοπεδίου (KFOR), και πάλι κάτω από τη διοίκηση του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, στο τέλος της θητείας του Προέδρου Yeltsin στο Κρεμλίνο, οι σχέσεις Ρωσίας-ΝΑΤΟ ήταν σε βαθειά κατάψυξη.

Μια Νέα Αρχή;

Στην αρχή της πρώτης θητείας του Προέδρου Vladimir Putin, υπήρχε η ελπίδα για μια νέα αρχή. Κάποιοι πίστευαν ότι, εάν η Ρωσία επρόκειτο να προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ, αυτό θα χρησίμευε ως μια ασημένια σφαίρα, που θα απομάκρυνε για πάντα την παλαιά έχθρα και αποτελούσε την αρχή μιας πραγματικής φιλίας. Αλλά κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να συμβεί. Οι σχέσεις αποκαταστάθηκαν και εξετάστηκε εκ νέου η ιδιότητα μέλους, αλλά πάλι χωρίς επιτυχία.

Ωστόσο, υπήρξαν αναπάντεχα δώρα. Μερικές εβδομάδες μετά την 11/9, μια καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ στρατιωτική εκστρατεία απομάκρυνε την πιο σοβαρή μετά τον Ψυχρό Πόλεμο εξωτερική απειλή για την ασφάλεια της Ρωσίας, το καθεστώς των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Στην συνέχεια συντόμως, οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ ανέλαβαν την αποστολή του να βοηθήσουν στην σταθεροποίηση του Αφγανιστάν – την πρώτη σημαντική στρατιωτική επιχείρηση της Συμμαχίας εκτός περιοχής. Από την προοπτική της Μόσχας, μια συμμαχία, η οποία για δεκαετίες αντιμετώπιζε τη Σοβιετική Ένωση στην Κεντρική Ευρώπη, μετατράπηκε σε έναν συνασπισμό ο οποίος βοηθούσε να διασφαλιστούν οι προσεγγίσεις στην Κεντρική Ασία, την πλέον ευάλωτη πλευρά της Ρωσίας.

Το 2002, οι σχέσεις της Συμμαχίας με την Ρωσία επαναδιαμορφώθηκαν και δημιουργήθηκε το νέο Συμβούλιο ΝΑΤΟ-Ρωσίας (NRC). Σε αντίθεση με το Μόνιμο Μεικτό Συμβούλιο το οποίο ουσιαστικά ήταν μια διμερής δομή, το νέο NRC συνεδριάζει με τους 27, έτσι ώστε να συμμετέχει το κάθε κράτος με την εθνική του ιδιότητα, και σε ισότιμη βάση με τους άλλους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπόρεσε να επιβιώσει και να αναπτυχθεί η σχέση Ρωσίας-ΝΑΤΟ, ακόμη και εάν έγινε πιο ανεξάρτητη και αυταρχική η εξωτερική πολιτική της Μόσχας από το 2003 και μετά, και άρχισαν να είναι ξινισμένες οι Ρωσικές σχέσεις με το ΝΑΤΟ.

Η σχέση Ρωσίας-ΝΑΤΟ μπόρεσε να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, ακόμη και όταν η εξωτερική πολιτική της Μόσχας από το 2003 και μετά έγινε πιο ανεξάρτητη και αυταρχική.

Το Συμβούλιο ΝΑΤΟ-Ρωσίας συνεδριάζει τακτικά – τελευταία ήταν τον Ιούνιο του 2007 στην Αγία Πετρούπολη και στην Μόσχα για να εορταστεί η πέμπτη επέτειός του. Η Ρωσία έχει μια αποστολή στην έδρα του ΝΑΤΟ και ένα στρατιωτικό γραφείο στην Συμμαχική Διοίκηση Επιχειρήσεων (SHAPE), ενώ το ΝΑΤΟ διατηρεί έναν αξιωματικό σύνδεσμο όπως επίσης και ένα γραφείο πληροφόρησης στην Μόσχα. Υπάρχει μια ποικιλία κοινών συμφερόντων, από την καταπολέμηση της τρομοκρατίας μέχρι την διασφάλιση της μη-διασποράς των WMD.

Κάτω από την αιγίδα του NRC, εργάζονται 17 βοηθητικά όργανα πάνω σε σημαντικούς τομείς συνεργασίας. Περιστασιακά πραγματοποιούνται κοινές ασκήσεις σε τομείς όπως είναι η αντίδραση σε καταστάσεις ανάγκης. Ρωσικά πολεμικά πλοία άρχισαν να συμμετέχουν στην ναυτική αντιτρομοκρατική επιχείρηση του ΝΑΤΟ στην Μεσόγειο την Active Endeavour. Η Μόσχα υπέγραψε με το ΝΑΤΟ μια Συμφωνία Καθορισμού και Αποστολής Στρατιωτικών Δυνάμεων (SOFA), και επιτρέπει στην Γερμανία και την Γαλλία να χρησιμοποιούν διαδρόμους κατά μήκος των εδαφών της καθ’ οδόν για το Αφγανιστάν. Υπήρξε μια ευρείας κλίμακας συνεργασία στην αμυντική μεταρρύθμιση, όπως και μεταξύ στρατιωτικών (πιο σημαντικό, το πρόγραμμα στρατιωτικής διαλειτουργικότητας ΝΑΤΟ-Ρωσίας), στην θαλάσσια έρευνα και διάσωση και σε ένα μεικτό πιλοτικό πρόγραμμα για προσωπικό από την Κεντρική Ασία και το Αφγανιστάν πάνω στην εξάσκηση για την καταπολέμηση των ναρκωτικών.

Οι Ρώσοι αντιλαμβάνονται το ΝΑΤΟ σήμερα φυσικά πολύ καλύτερα από ότι στην δεκαετία του 1990. Και αυτό προσδίδει ένα βαθμό σταθερότητας και προβλεψιμότητας στην σχέση, αν και οι αμοιβαίες προσδοκίες αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω.

Αμφισημία

Υπάρχει μια θεμελιώδης αμφισημία στην Μόσχα γύρω από την υπάρχουσα κατάσταση. Η Ρωσία θεωρεί το ΝΑΤΟ ως ένα γεωπολιτικό «παράγοντα», παρά ως ένα εταίρο. Η χώρα σήμερα έχει ένα παράθυρο στη Συμμαχία – αλλά ακόμη δεν έχει ένα χερούλι σε αυτό. Η Ρωσία διατυπώνει ισχυρές αντιρρήσεις σε αυτά που βλέπει εκείνη ως αρνητικές εξελίξεις:

την πιθανότητα η Συμμαχία να επιτρέψει την είσοδο της Γεωργίας και της Ουκρανίας ως μέλη· την προσωρινή χρήση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, πάνω σε εκ περιτροπής βάση, υπαρχουσών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Βουλγαρία και τη Ρουμανία· και ειδικά τις σχεδιασμένες αναπτύξεις στοιχείων ενός αμυντικού συστήματος βαλλιστικών πυραύλων των ΗΠΑ στην Πολωνία και την Τσεχική Δημοκρατία.

Η Ρωσία έχει αρκετές επιπρόσθετες ανησυχίες: κράτη του ΝΑΤΟ καθυστερούν την επικύρωση της Προσαρμοσμένης Συνθήκης πάνω στις Συμβατικές Δυνάμεις στην Ευρώπη (CFE) και η Συμμαχία δείχνει απροθυμία να εγκαθιδρύσει επίσημες σχέσεις με τον καθοδηγούμενο από την Ρωσία Οργανισμό Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας (CSTO).

Κάποια από τα νεώτερα μέλη του ΝΑΤΟ φέρνουν στο τραπέζι μνήμες από την Σοβιετική κυριαρχία. Έτσι η Μόσχα τώρα δίνει έμφαση στις διμερείς σχέσεις με Ευρωπαϊκά κράτη σε ατομικό επίπεδο, εστιάζοντας την προσοχή της στα εναπομένοντα φιλικά διατεθειμένα ώτα στην κεντρική Ευρώπη και ελπίζει για να πάει πιο μακριά προς τη δύση.

Εν τούτοις, είναι σαφές, ότι πέντε χρόνια μετά από τη Διακήρυξη της Ρώμης πάνω στις Σχέσεις ΝΑΤΟ-Ρωσίας και δέκα χρόνια μετά από την Ιδρυτική Διακήρυξη του Παρισιού πάνω στις Διμερείς Σχέσεις, τη Συνεργασία και την Ασφάλεια, οι σχέσεις Ρωσίας-ΝΑΤΟ δεν οδεύουν σήμερα προς την κατεύθυνση οποιασδήποτε κύριας σύγκλισης. Παρόλα αυτά, η σχέση συνεχίζει να είναι σημαντική. Αυτό που χρειάζεται περισσότερο είναι μια προσεκτική διαχείριση για να διασφαλιστεί ότι θα ελαχιστοποιηθούν οι έμφυτες αντιπαλότητες, και ότι η συνεργασία θα μεγιστοποιείται όπου είναι δυνατόν.

Διεύρυνση

Στο θέμα της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ, θα ήταν φρόνιμο η Μόσχα να αφήσει τις αποφάσεις στα εν λόγω κράτη. Το κατά πόσο τα υποψήφια κράτη θα γίνουν μέλη της Συμμαχίας – και αν γίνει αυτό, πότε – θα πρέπει να αφορά μόνον αυτά τα ίδια τα κράτη. Λαμβάνοντας υπόψη τους δηλωμένους στόχους της Μόσχας, η Ρωσική επέμβαση μόνον αντιπαραγωγική μπορεί να είναι. Η επίσημη θέση του Κρεμλίνου του να μεταχειρίζεται τη προσχώρηση στη Συμμαχίας ως ένα κυρίαρχο δικαίωμα του κάθε κράτους ατομικά, και της επικέντρωσης πάνω στη διαχείριση της ασφάλειας της ίδιας της Ρωσίας, έχει λογικό νόημα.

Μπορεί να είναι η Γεωργία που θα λάβει το Σχέδιο Δράσης Μια μελλοντικά Μέλη την άνοιξη του 2008, το οποίο μπορεί να βάλει την χώρα στην πορεία για να γίνει μέλος της Συμμαχίας μετά από μερικά χρόνια. Ωστόσο, για την Ουκρανία, το ΝΑΤΟ πρέπει να παραδεχθεί ότι το θέμα της προσχώρησης είναι πιθανόν να παραμείνει πολιτικά διχαστικό και ενδεχομένως αποσταθεροποιητικό. Ο ήρεμος χειρισμός των καταστάσεων αυτών και από τις δύο πλευρές θα βοηθούσε στην διατήρηση της σταθερότητας και της ασφάλειας στα ανατολικά της Ευρώπης.

Πυραυλική Άμυνα

Και ενώ αυτό δεν υπάγεται στο ΝΑΤΟ, το θέμα των σχεδίων της αντιπυραυλικής άμυνας των ΗΠΑ αντιπροσωπεύει τόσο έναν κίνδυνο όσο και μια ευκαιρία για τη σχέση ΝΑΤΟ-Ρωσίας. Ο κίνδυνος είναι ότι, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποκόψουν την Ρωσία, τότε μπορεί να επιδεινωθούν οι αντι-Δυτικές τάσεις στην πολιτική ασφάλειας και άμυνας της Ρωσίας, κάτι που σαφώς δεν είναι αντικειμενικός στόχος της Ουάσινγκτον.

Η ευκαιρία είναι ότι, εάν το θέμα αυτό επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για να ενδυναμωθεί εκ νέου η συνεργασία για τα WMD, θα μπορούσε να ενισχυθεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη. Θα οδηγούσε σε στενότερη συνεργασία πάνω στην πηγή του αντιληπτού κινδύνου· δηλαδή, το πυραυλικό και πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η συνεργασία πάνω στην βαλλιστική πυραυλική άμυνα δεν θα είναι εύκολη, αλλά σίγουρα αξίζει να προσπαθήσουμε. Μάλιστα, προσφάτως προτάθηκε από τον Πρόεδρο Putin ένα κοινό σύστημα – το οποίο θα χρησιμοποιούσε Ρωσικά ραντάρ και μέσα εντοπισμού, όπως επίσης και εγκαταστάσεις μοιράσματος-πληροφοριών – ως εναλλακτική λύση στα σημερινά σχέδια των ΗΠΑ. Οι τρέχουσες κοινές προσπάθειες του ΝΑΤΟ και τις Ρωσίας στον τομέα της πυραυλικής άμυνας στο θέατρο θα μπορούσε να είναι το μοντέλο για μια πιθανή συνεργασία ΗΠΑ-Ρωσίας πάνω στην Πυραυλική Άμυνα και θα μπορούσε να προσφέρει τη βάση για μια πιο ενιαία και περιεκτική προσέγγιση για μια αρχιτεκτονική πυραυλικής άμυνας για την Ευρώπη.

Με κάποια από τα νεώτερα μέλη του ΝΑΤΟ να φέρνουν στο τραπέζι μνήμες από την Σοβιετική κυριαρχία, η Μόσχα δίνει τώρα έμφαση στις διμερείς σχέσεις με ευρωπαϊκά κράτη σε ατομικό επίπεδο.

Παρόμοια, το θέμα των μέσου βεληνεκούς πυρηνικών δυνάμεων (INF), που απαγορεύονται κάτω από τη συνθήκη INF του 1987 και που σήμερα τέθηκε και πάλι από τους Ρώσους αξιωματούχους, επιβάλλει για στενές διαβουλεύσεις μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ με σκοπό την ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και για την πρόληψη μιας αποσταθεροποιητικής κούρσας εξοπλισμών.

Συνθήκη CFE

Από τότε που υπογράφηκε το 1990, η Συνθήκη CFE ήταν το κύριο υλικό θεμέλιο της Ευρωπαϊκής τάξης για ασφάλεια. Πρέπει να συνεχίσει να παίζει τον ρόλο αυτό. Οι ανησυχίες της Μόσχας γύρω από την προσχώρηση των Βαλτικών κρατών στην Προσαρμοσμένη Συνθήκη CFE, και η επικύρωσή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλα Δυτικά κράτη, είναι αληθινές και θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψη – η απόσυρση της Ρωσίας από την Συνθήκη CFE δεν είναι προς το συμφέρον κανενός.

Καθ όμοιο τρόπο, οι ανησυχίες των μελών του ΝΑΤΟ γύρω από την υλοποίηση από τη Μόσχα των δεσμεύσεών της στην Κωνσταντινούπολη όσον αφορά τα εναπομένοντα στρατεύματα στην Γεωργία και την Μολδαβία καλούν για κοινή δράση – ακόμη και εάν, κατά την άποψη της Ρωσίας, δεν υπάρχει καμία επίσημη σύνδεση μεταξύ των δεσμεύσεων αυτών και της επικύρωσης της Προσαρμοσμένης Συνθήκης.

Η διακήρυξη του Προέδρου Putin νωρίτερα φέτος για ένα «μορατόριουμ» πάνω στην Συνθήκη ακολουθήθηκε από το κάλεσμα της Ρωσίας για μια Έκτακτη Διάσκεψη, η οποία και πραγματοποιήθηκε στα μέσα Ιουνίου. Η Ρωσία έχει ήδη αρχίσει να καθυστερεί τις επιθεωρήσεις της CFE, αλλά μετά τη συνάντηση του Προέδρου Putin με τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ στην διάρκεια των επετειακών εορτασμών για το NRC, άρχισε εκ νέου το καθεστώς της επιθεώρησης. Ο Πρόεδρος προχώρησε σε άλλο ένα θετικό βήμα προτείνοντας ότι τα θέματα της CFE θα πρέπει να συζητούνται στο NRC, και η πρόταση αυτή έγινε αποδεκτή.

Διατήρηση της ειρήνης

Η παγωμένη σύγκρουση του Δνείστερου προσφέρει μια πραγματική ευκαιρία για τη δρομολόγηση της πρώτης στην ιστορία επιχείρησης διατήρησης της ειρήνης όπου η Ρωσία και το ΝΑΤΟ θα ενεργούν ως ισότιμοι εταίροι. Ευλόγως, από τα πρώην-Σοβιετικά σημεία ανάφλεξης αυτό είναι το λιγότερο δύσκολο για να επιλυθεί .

Η Μολδαβία έχει επαναβεβαιώσει την πρόθεσή της να απέχει από του να επιδιώξει να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ. Η επιχείρηση θα περιλάμβανε μόνον μια περιορισμένη στρατιωτική και αστυνομική δύναμη, πιθανά μόλις μερικές εκατοντάδες άνδρες. Η Ρωσία είναι πραγματικά αναντικατάστατη σε οποιαδήποτε λύση στη Μολδαβία, και μπορεί να αναμένεται να ενεργήσει σε ισότιμη βάση με το ΝΑΤΟ.

Εάν είναι επιτυχημένη, μια τέτοια κοινή επιχείρηση μπορεί να προλειάνει το έδαφος ώστε τα Δυτικά κράτη να επικυρώσουν την Προσαρμοσμένη Συνθήκη CFE. Μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως μοντέλο για άλλες κοινές επιχειρήσεις διατήρησης της ειρήνης – πιο πιθανά στον νότιο Καύκασο – σε καταστάσεις που ικανοποιούν αυτό που μπορεί να ονομαστεί «το κριτήριο της Μολδαβίας». Δηλαδή, όπου η Ρωσία έχει συμφέρον στο να βρεθεί μια λύση, είναι αναντικατάστατη σε αυτή τη λύση και από την άλλη δεν είναι σε θέση να επιλύσει την σύγκρουση χωρίς βοήθεια.

Για πολλά χρόνια, η Ρωσία και το ΝΑΤΟ εργάζονται πάνω στην αύξηση της διαλειτουργικότητας, με σκοπό την εμπλοκή σε κοινές επιχειρήσεις διατήρησης της ειρήνης. Ούτε η Μέση Ανατολή ούτε η Αφρική φαίνεται να είναι οι πιθανές περιοχές για να δοκιμαστεί στην πράξη αυτή η αρτιότητα γνώσεων. Ορισμένες περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, από την άλλη πλευρά, μπορούν – και, κατά την άποψή μου, πρέπει – να αντιπροσωπεύουν μια ιδανική περιοχή για να δοκιμαστεί η διαλειτουργικότητα.

Αφγανιστάν

Οι Ρώσοι δεν έχουν κανένα λόγο να αισθάνονται οποιαδήποτε ικανοποίηση από την κακοτυχία ως αποτέλεσμα των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν το ΝΑΤΟ και οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Αφγανιστάν. Εάν οι διεθνείς πρωτοβουλίες αποτύχουν να σταθεροποιήσουν την χώρα, η Ρωσία θα βρεθεί αντιμέτωπη με τους ανακάμπτοντες Ταλιμπάν που απειλούν το μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας στην Κεντρική Ασία. Επομένως υπάρχει μια σαφής ανάγκη για στενότερες διαβουλεύσεις μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης πάνω στο πώς να αναστραφεί η κατάσταση απέναντι στους ριζοσπάστες Ισλαμιστές.

Βοηθώντας τους μετριοπαθείς να κρατηθούν στην Καμπούλ και τις επαρχίες του Αφγανιστάν είναι μακράν η καλύτερη εναλλακτική λύση από του να έχεις να ξεκινήσεις για να ανασυγκροτήσεις την Βόρεια Συμμαχία στην Taloqan.

NATO-CSTO

Αυτό, με την σειρά του, εγείρει το θέμα των δεσμών ΝΑΤΟ- CSTO. Μέχρι σήμερα το ΝΑΤΟ υπήρξε πολύ διστακτικό στο να επισημοποιήσει οποιαδήποτε σχέση με τον οργανισμό, φοβούμενο ότι ένα τέτοιο βήμα θα σφράγιζε την Ρωσική κυριαρχία στην Κεντρική Ασία.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν μεγάλη απόδειξη για οποιαδήποτε τέτοια κυριαρχία. Το Καζακστάν ανοικτά επιδιώκει μια πολιτική πολλών-κατευθύνσεων, κινούμενο επιτυχώς μεταξύ Μόσχας, Πεκίνου και Ουάσινγκτον. Είναι αβέβαιη και στην καλύτερη περίπτωση προσωρινή η πίστη του Ουζμπεκιστάν στην Ρωσία, καθώς η Τασκένδη αρνείται να είναι πιόνι της Μόσχας. Δύο χρόνια μετά από τότε που ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) ζήτησε την απόσυρση των ΗΠΑ, το Κιρζικιστάν επιτρέπει ακόμη την ύπαρξη μιας βάσης των ΗΠΑ δίπλα σε μια μικρή Ρωσική. Το Τατζικιστάν έχει υιοθετήσει μια εξωτερική πολιτική tous azimuts, και ο πρόεδρος του έχει συμβολικά απο-εκρωσίσει το επίθετό του.

Εμπλεκόμενο με τον CSTO, το ΝΑΤΟ μπορεί να συνεισφέρει στην εξέλιξη του οργανισμού αυτού προς την κατεύθυνση μιας πιο σύγχρονης περιφερειακής διευθέτησης ασφαλείας. Επίσης θα καθησύχαζε τη Μόσχα ότι η Συμμαχία δεν επιδιώκει να εκτοπίσει τη Ρωσία ως σημαντικό πρωταγωνιστή στην Κεντρική Ασία, κάτι που σε κάθε περίπτωση δεν θα συνέφερε τη Δύση.

Μια συμφωνία πάνω σε μια διασύνδεση NATO-CSTO μπορεί να επιτευχθεί ως μέρος ενός πακέτου με τον SCO να ανοίγεται προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ως παρατηρητή. Είναι παράλογο για τα μέλη του ΝΑΤΟ, τη Ρωσία και την Κίνα να συνεχίζουν να παίζουν ένα στενόμυαλο παιχνίδι περιφερειακής αντιπαλότητας με τίμημα το να επιτρέπουν στους κοινούς εχθρούς τους να τους αντιμετωπίζουν τον καθένα ξεχωριστά.

* Μπορεί η σχέση ΝΑΤΟ-Ρωσίας να ευρίσκονται σε μια καμπή. Μετά από μια δύσκολη διαδρομή σε ολόκληρη τη δεκαετία του 1990, οι απτές βελτιώσεις στα πρώτα χρόνιας της δεκαετίας αυτής, ακολουθήθηκαν από το πρόσφατο ξίνισμα στις σχέσεις, είναι σαφές ότι για να βελτιωθεί η σχέση, και οι δύο πλευρές πρέπει να κάνουν σημαντικές προσπάθειες.

Η Ρωσία θα πρέπει να αφήσει τους γείτονές της να συμμετάσχουν στο ΝΑΤΟ εάν το επιθυμούν. Την ίδια στιγμή, το ΝΑΤΟ θα πρέπει να σκεφθεί στρατηγικά πάνω στο σε ποια κράτη θα πρέπει να προσφέρει την ιδιότητα του μέλους. Η συνεργασία πάνω στην πυραυλική άμυνα – εξαιρώντας, για την ώρα, τα επίμαχα σχέδια των Ηνωμένων Πολιτειών για μια Ευρωπαϊκή ασπίδα βαλλιστικών πυραύλων - έχει το λιγότερο επιχειρηθεί, ωθώντας κατά συνέπεια την συνεργασία στο τομέα της μη διασποράς των WMD και την οικοδόμηση εμπιστοσύνης για διαβουλεύσεις πάνω στην Συνθήκη INF. Πέρα από αυτό, και οι δύο πλευρές πρέπει να προχωρήσουν στα απαραίτητα βήματα για να διασφαλίσουν την επικύρωση της Προσαρμοσμένης Συνθήκης CFE. Η διαλειτουργικότητα ΝΑΤΟ-Ρωσίας μπορεί και πρέπει να δοκιμαστεί σε κοινές επιχειρήσεις διατήρησης της ειρήνης σε περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης όπως είναι η Μολδαβία. Επίσης η Ρωσία και η διεθνής κοινότητα θα ήταν συνετό να συνεργαστούν πάνω στην σταθεροποίηση του Αφγανιστάν – και στο να ανακόψουν την ροή των ναρκωτικών έξω από την χώρα. Τέλος, το ΝΑΤΟ θα πρέπει να εμπλακεί με τον CSTO.

Κατά την άποψή μου, οι ενέργειες αυτές σχεδόν σίγουρα θα βελτίωναν τον συνεταιρισμό ΝΑΤΟ-Ρωσίας.

...κορυφή σελίδας...