Αρχική σελίδα του ΝΑΤΟ
Αρχική σελίδα του Δελτίου ΝΑΤΟ
      τρέχον τεύχος: φθινόπωρο 2005 προηγούμενα τεύχη  |  γλώσσα
Αρχική σελίδα του ΝΑΤΟ
 Περιεχόμενα
 Πρόλογος
 Περιλήψεις
 Διάλογος
 Συνέντευξη
 Ιστορία
 Αφιέρωμα
 Ανάλυση
 Στατιστικά
 στοιχεία
 Αρθρογράφοι
 Βιβλιογραφία
 Συνδέσεις
 Επόμενο τεύχος
Αρχική σελίδα του Δελτίου ΝΑΤΟ Επικοινωνία με τον εκδότη/Συνδρομές Μορφοποίηση για εκτύπωση

στείλτε το άρθρο αυτό σε ένα φίλο

Ιστορία

Διαβαίνοντας τον Ρουβίκωνα

Ο Ryan C. Hendrickson εξετάζει την αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στην Επιχείρηση Deliberate Force, την πρώτη αεροπορική εκστρατεία του ΝΑΤΟ στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, και τη σημασία τους μετά από δέκα χρόνια.


Αναφορά προόδου: Ο Ναύαρχος Leighton W. Smith,
Διοικητής των Συμμαχικών Δυνάμεων Νοτίου Ευρώπης,
ενημερώνει πάνω στην Επιχείρηση Deliberate Force,
την πρώτη αεροπορική εκστρατεία του ΝΑΤΟ
AFSOUTH)



Νωρίς το πρωί στις 30 Αυγούστου 1995 τα αεροπλάνα του ΝΑΤΟ ξεκίνησαν μια σειρά από κτυπήματα ακριβείας εναντίον επιλεγμένων στόχων στην Σερβοκρατούμενη Βοσνία και Ερζεγοβίνη. Κάτι που προανήγγειλε την έναρξη της Επιχείρησης Deliberate Force, της πρώτης αεροπορικής εκστρατείας του ΝΑΤΟ, η οποία διήρκεσε δυόμισι εβδομάδες, και κατέστρεψε τις επικοινωνίες των Σέρβων της Βοσνίας και στην πραγματικότητα τελείωσε τον «εκτός περιοχής» διάλογο που κυριάρχησε στις ενδο-συμμαχικές συζητήσεις πάνω στον ρόλο του ΝΑΤΟ από τότε που τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος και μετά.

Αν και την εποχή εκείνη ήταν εξαιρετικά αμφιλεγόμενη, μετά από μια δεκαετία είναι σαφές ότι η Επιχείρηση Deliberate Force και η συνετή χρήση αεροπορικής δύναμης ήταν ουσιώδης για την παύση του Πολέμου της Βοσνίας με τεράστιες πολιτικές επιπτώσεις και ολοφάνερα κέρδη για τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη. Επιπλέον, αν και στη συνέχεια επισκιάστηκε από την Επιχείρηση Allied Force, την αεροπορική εκστρατεία της Συμμαχίας που είχε μεγαλύτερη διάρκεια στο Κοσσυφοπέδιο το 1999, η Επιχείρηση Deliberate Force μπορεί να συνεισέφερε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μοναδικό γεγονός στον μετασχηματισμό του ΝΑΤΟ μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.

Και παρά την ύψιστη σημασία της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης για το ΝΑΤΟ, η Συμμαχία καθυστέρησε να συμμετάσχει στις διεθνείς προσπάθειες για τον τερματισμό των μαχών στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Όταν ξέσπασε η βία το 1991, στην αρχή η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και στη συνέχεια τα Ηνωμένα Έθνη ανέλαβαν να καθοδηγήσουν την προσπάθεια για να σταματήσει η σύγκρουση και να αποκατασταθεί η ειρήνη και η σταθερότητα. Την εποχή εκείνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες μόλις είχαν καθοδηγήσει έναν εγκεκριμένο από τον ΟΗΕ συνασπισμό για να οδηγήσουν τον Saddam Hussein του Ιράκ έξω από το Κουβέιτ και υπήρχε μεγάλη αισιοδοξία γύρω από το ενδεχόμενο του να προωθήσουν τα Ηνωμένα Έθνη μια «νέα παγκόσμια τάξη».

Ο Πόλεμος της Βοσνίας υπήρξε μια εμπειρία για τα Ηνωμένα Έθνη για μεγάλο προβληματισμό όπως επίσης και για όλους τους διεθνείς οργανισμούς που ενεπλάκησαν στις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Στη Δύναμη Προστασίας (UNPROFOR), η οποία τελικά έφθασε τα 38.000 άτομα, ανατέθηκε η παράδοση της ανθρωπιστικής βοήθειας σε εκείνους που την είχαν ανάγκη και η δημιουργία «ασφαλών περιοχών» εντός των οποίων δεν θα έπρεπε να βλαφτούν οι πολίτες. Όμως αναμενόταν να παραμείνει πολιτικά ουδέτερη και δεν είχε την εντολή να εφαρμόσει μια συγκεκριμένη συμφωνία, από τη στιγμή που μια τέτοια συμφωνία δεν είχε συμφωνηθεί. Η φράση που αποτύπωνε την δύσκολη θέση της UNPROFOR την εποχή εκείνη ήταν ότι οι κυανόκρανοι των Ηνωμένων Εθνών ήταν για την «διατήρηση της ειρήνης μόνο που δεν είχαν καμία ειρήνη για να την διατηρήσουν».

Την στιγμή που η UNPROFOR πάσχιζε για να επιτύχει τους αντικειμενικούς της στόχους, το ίδιο το ΝΑΤΟ επεδίωκε να συμβιβαστεί με το τέλος του Ψυχρού πολέμου. Το 1991 στην Διάσκεψη Κορυφής τους στην Ρώμη, οι αρχηγοί των κρατών και των κυβερνήσεων του ΝΑΤΟ συμφώνησαν μια νέα Στρατηγική Αντίληψη, κάτι που επέτρεψε στην Συμμαχία να προχωρήσει πέρα από τη συλλογική άμυνα και να πραγματοποιήσει νέες αποστολές για την ασφάλεια, στις οποίες συμπεριλαμβανόντουσαν οι δραστηριότητες της διατήρησης της ειρήνης, της πρόληψης συγκρούσεων και της διαχείρισης κρίσεων. Έτσι, το 1994 και στο πρώτο εξάμηνο του 1995, το ΝΑΤΟ χρησιμοποίησε δύναμη σε περιορισμένα κτυπήματα εναντίον στόχων του Σερβοβοσνιακού στρατού αντιδρώντας έτσι στις παραβιάσεις των διαφόρων Ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Κάτω από την στρατιωτική καθοδήγηση του Ανώτατου Συμμαχικού Διοικητή Ευρώπης Στρατηγού George Joulwan, η Συμμαχία βοήθησε επίσης στην αστυνόμευση του εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ εναντίον ολόκληρης της πρώην Γιουγκοσλαβίας και τις οικονομικές κυρώσεις εναντίον της Σερβίας και του Μαυροβουνίου.

Οι αρχικές αναμείξεις του ΝΑΤΟ στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη απέτυχαν στο να αλλάξουν τις πολιτικές πραγματικότητες στο πεδίο κάτι που ώθησε πολλούς αναλυτές στο να αμφισβητήσουν την σπουδαιότητα της Συμμαχίας στο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο περιβάλλον ασφαλείας. Πολλοί είδαν τον ρόλο του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια ως ιδιαιτέρως προβληματικό, με δεδομένο το μέγεθος ανθρωπιστικών δεινών που συνέβαιναν εκεί όπου στο κάτω κάτω ήταν πίσω αυλή όλου του ΝΑΤΟ. Σε μια συχνά χρησιμοποιούμενη επωδό, τόσο οι υποστηρικτές του ΝΑΤΟ όσο και οι επικριτές του ισχυριζόντουσαν ότι η Συμμαχία έπρεπε να πάει «εκτός περιοχής» αλλιώς θα «έκλεινε».

Καθώς τα διεθνή μέσα ενημέρωσης διατηρούσαν γενική κάλυψη της σύγκρουσης, με την αποσπασματική και ανεπαρκή αντίδραση της διεθνούς κοινότητας αυξανόταν η δυσαρέσκεια. Αν και οι στρατιώτες της UNPROFOR υπηρέτησαν με εξαιρετικό τρόπο και στην πορεία της αποστολής τους σκοτώθηκαν 167 άτομα, η ανικανότητα της UNPROFOR να επηρεάσει τις δυναμικές της σύγκρουσης επέτρεψε στο να κοροϊδεύουν οι Σερβοβόσνιοι την αποστολή του ΟΗΕ. Μάλιστα τόσο ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Willy Claes όσο και ο προκάτοχός του Manfred Worner ολοένα και περισσότερο μιλούσαν ευθαρσώς γύρω από την ανικανότητα των Ηνωμένων Εθνών στο να τερματίσουν την κρίση και για την ανάγκη να αναλάβει το ΝΑΤΟ έναν μεγαλύτερο ρόλο. Παρόλα αυτά, οι ίδιοι οι Σύμμαχοι δεν ήταν σε θέση να οικοδομήσουν την απαραίτητη πολιτική συναίνεση για μια πιο ισχυρή προσέγγιση στη διάρκεια του 1994 και στο πρώτο εξάμηνο του 1995 και συνέχιζαν να συζητούν πάνω στο ποια είναι η πλέον κατάλληλη πορεία δράσης.

Εν μέρει, η αδράνεια του ΝΑΤΟ, αντικατόπτριζε τη συγκρότηση της UNPROFOR. Πολλοί Σύμμαχοι συμπεριλαμβανομένου του Καναδά, της Γαλλίας και της Βρετανίας, είχαν αναπτύξει τους δικούς τους στρατιώτες στην UNPROFOR και φοβόντουσαν ότι μια πιο σθεναρή προσέγγιση απέναντι στους Σερβοβόσνιους θα είχε ως αποτέλεσμα μια ισχυρή αντίδραση εναντίον των στρατευμάτων τους. Εν τω μεταξύ οι Ηνωμένες Πολιτείες, που δεν είχαν στρατεύματα στο έδαφος, πίεζαν για μια πολιτική «άρσης και κτυπήματος» - άρσης του εμπάργκο όπλων για ολόκληρη την περιοχή που τιμωρούσε ιδιαίτερα του Βόσνιους Μουσουλμάνους και κτυπήματος στόχων Σερβοβοσνίων από τον αέρα.

Βεβαίως, η διπλωματική πίεση των ΗΠΑ για αλλαγή παρέμεινε προσεκτική. Οι θάνατοι 18 μελών των Ειδικών Δυνάμεων του Στρατού των ΗΠΑ σε μια ενέδρα το Οκτώβριο του 1993 στην Mogadishu, στη Σομαλία, που είχε ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της ειρηνευτικής αποστολής του ΟΗΕ στη Σομαλία, συνέχιζε να σκιάζει σε μεγάλο βαθμό τη δημιουργία πολιτικής. Δεν είχαν καμία πρόθεση ανώτεροι Αμερικανοί αξιωματούχοι και σχεδιαστές του Πενταγώνου να εμπλακούν σε άλλη μια κακώς σχεδιασμένη επιχείρηση διακινδυνεύοντας απώλειες στην μάχη εκεί όπου δεν διακινδυνευόντουσαν τα εθνικά συμφέροντα ασφαλείας. Επιπλέον, οι αναλυτές της CIA εκτιμούσαν ότι θα απαιτούνται χιλιάδες χερσαίων στρατευμάτων για την αποκατάσταση της ειρήνης.

Το κρίσιμο σημείο ήταν η σφαγή της Srebrenica στα μέσα Ιουλίου του 1995. Η μοναδική μεγίστη κτηνωδία των Πολέμων της Διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας που είχε ως αποτέλεσμα το να πεθάνουν κοντά 8000 Βόσνιοι Μουσουλμάνοι άνδρες και παιδιά, σοκάρισε την παγκόσμια άποψη και κινητοποίησε την Ουάσινγκτον για να κατευθύνει το ΝΑΤΟ σε ένα νέο δρόμο. Στον Λευκό Οίκο ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Bill Clinton, ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Anthony Lake, ο οποίος σύμφωνα με το βιβλίο του Ivo Daalder Getting to Dayton: The Making of America’s Bosnia Policy (Brookings Institution Press, 2000) όπου επί μακρό διάστημα τασσόντουσαν υπέρ μιας πιο σθεναρής προσέγγισης, ανέλαβαν την πρωτοβουλία να πιέσουν τους Συμμάχους προς μια νέα κατεύθυνση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν μόνες στην προτροπή για μια νέα, πιο σθεναρή Συμμαχική προσέγγιση στο Βοσνιακό Πόλεμο. Οι συμπεριφορές απέναντι στους Σερβοβόσνιους γινόντουσαν όλο και πιο σκληρές ακόμη και πριν από τη σφαγή της Srebrenica ειδικά από τότε που κρατήθηκαν ως όμηροι ειρηνευτές του ΟΗΕ, πολλοί από τους οποίους ήταν Γάλλοι, τον Μάιο του 1995. Έτσι, ο Γάλλος Πρόεδρος Jacques Chirac ήταν εξ ίσου ένθερμος γύρω από την ανάγκη για μια νέα ριζοσπαστική και πιο επεμβατική πολιτική.

Μια ουσιώδης αλλαγή στην πολιτική που πρωτοκαθιερώθηκε στις αρχές Αυγούστου του 1995 ήταν αναμόρφωση της διευθέτησης “διπλής κλείδας”, η οποία δημιουργήθηκε το 1993 για να διέπει τη χρήση δύναμης από το ΝΑΤΟ. Η διευθέτηση απαιτούσε να εγκρίνεται η χρήση στρατιωτικής δράσης του ΝΑΤΟ τόσο από τους αξιωματούχους του ΟΗΕ όσο και του ΝΑΤΟ. Μέχρι τον Αύγουστο του 1995, ο Yasushi Akashi, ο Ειδικός Αντιπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ στην Γιουγκοσλαβία, κρατούσε το κλειδί των Ηνωμένων Εθνών. Μετά από την Srebrenica, δόθηκε στον στρατιωτικό διοικητή της UNPROFOR, τον Γάλλο Στρατηγό Bernard Janvier. Το κλειδί του ΝΑΤΟ το κρατούσε ο Ναύαρχος Leighton W. Smith, Διοικητής των Συμμαχικών Δυνάμεων Νοτίου Ευρώπης στην Νάπολη.

Η συνετή χρήση αεροπορικής δύναμης ήταν καθοριστική για την παύση του Πολέμου της Βοσνίας
Το γεγονός που πυροδότησε την Επιχείρηση Deliberate Force συνέβη στις 28 Αυγούστου 1995, όταν ένα Σερβικός όλμος έπεσε σε μια λαϊκή αγορά στο Σαράγιεβο, σκοτώνοντας 38 πολίτες και τραυματίζοντας άλλους 85. Με τον Στρατηγό Janvier να βρίσκεται μακριά την στιγμή εκείνη, ο Βρετανός Αντιστράτηγος Rupert Smith γύρισε το κλειδί του ΟΗΕ σε συντονισμό με τον Ναύαρχο Smith, υποδεικνύοντας ότι οι Σερβοβόσνιοι για άλλη μία φορά είχαν παραβιάσει ένα Ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και ότι αυτή τη φορά θα έπρεπε να αντιδράσει με δύναμη το ΝΑΤΟ.

Η Επιχείρηση Deliberate Force ξεκίνησε αμέσως μόλις έφυγαν και τα τελευταία στρατεύματα της UNPROFOR από το Σερβοβοσνιακό έδαφος. Ο βομβαρδισμός διεκόπη για λίγο εξ αιτίας μιας κατάπαυσης πυρός την οποία διαπραγματεύτηκε ο Στρατηγός Janvier την 1η Σεπτεμβρίου, αλλά επαναλήφθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 5ης Σεπτεμβρίου. Σχεδόν όλοι οι τότε 16 Σύμμαχοι του ΝΑΤΟ συνεισέφεραν με κάποιον τρόπο στην εκστρατεία αυτή, η οποία περιέλαβε συνολικά 3515 εξόδους και την ρίψη 1026 βομβών σε 338 ξεχωριστούς στόχους. Από πλευράς ΝΑΤΟ δεν υπήρχαν απώλειες, αν και κατερρίφθη ένα Γαλλικό Mirage 200K την πρώτη ημέρα της εκστρατείας και το πλήρωμά του συνελήφθη από του Σερβοβόσνιους.

Ανάμεσα στους πολλούς ανθρώπους που αναμείχθηκαν στην Επιχείρηση Deliberate Force, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Willy Claes έπαιξε έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στο παρασκήνιο. Αν και τα προσωπικά πολιτικά προβλήματα του Claes στο Βέλγιο είχαν ρίξει σκιά πάνω στην κληρονομιά του και τον υποχρέωσαν να εγκαταλείψει το ΝΑΤΟ μόλις ενάμισι χρόνο από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του, του αξίζουν πολλά εύσημα γιατί διασφάλισε ότι η Συμμαχία είδε να ξεκινά και να ολοκληρώνεται με επιτυχία η Deliberate Force.

Στην μικρή περίοδο ως Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, ο Claes έδειξε ότι ήταν ένας αποφασιστικός ηγέτης που ήταν έτοιμος να κρατήσει σε συνεδρίαση για ώρες το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο μέχρις ότου επιτευχθεί συναίνεση, ειδικά στην πορεία προς την Deliberate Force. Σύμφωνα με το βιβλίο του Richard Holbrooke To End A War (Random House, 1998), ο Claes υποστήριξε επίσης ενεργά και τους δύο Smith, τον Στρατηγό και τον Ναύαρχο, όταν γύρισαν τα κλειδιά, επιτρέποντας να προχωρήσει η αεροπορική εκστρατεία χωρίς επιπρόσθετες συζητήσεις από τους Συμμάχους. Όταν ο Στρατηγός Janvier διαπραγματεύτηκε μια προσωρινή κατάπαυση πυρός με τους Σερβοβόσνιους στρατιωτικούς διοικητές, ο Claes άσκησε αξιοσημείωτη διπλωματική πίεση πάνω σε αυτόν, σε άλλους αξιωματούχους του ΟΗΕ και προς το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο για να επαναλάβουν τα αεροπορικά κτυπήματα, υποστηρίζοντας ότι το ΝΑΤΟ θα έπρεπε να επιδείξει μεγαλύτερη αποφασιστικότητα για να αλλάξει τις συμπεριφορές στο έδαφος.

Επίσης σημαντική για την επιτυχία της αεροπορικής εκστρατείας ήταν και η σχέση του Claes με τον Στρατηγό Joulwan. Όταν ο Στρατηγός Joulwan ζήτησε πολιτική υποστήριξη για να χρησιμοποιήσει πυραύλους Τόμαχοκ εναντίον Σερβοβοσνιακών στρατιωτικών θέσεων στην Banja Luka, ο Claes τον υποστήριξε. Η χρήση των πυραύλων τις πρώτες πρωινές ώρες της 10ης Σεπτεμβρίου προκάλεσαν κάποια κριτική, ακόμη και ανάμεσα στους Πρεσβευτές του ΝΑΤΟ, σήμερα όμως οι στρατιωτικοί αναλυτές όπως ο Συνταγματάρχης Robert C. Owen στο Deliberate Force: A Case Study in Effective Air Campaigning (Air University Press, 2000) θεωρούν ότι υπήρξε σημαντική στο να δειχθεί η αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ και επομένως να βοήθησε να τελειώσει με αυτόν τον τρόπο η σύγκρουση.

Με την έναρξη της Επιχείρησης Deliberate Force, οι Σερβοβόσνιοι διαπίστωναν ολοένα και περισσότερο ότι ήταν δύσκολο να διατηρήσουν την περιοχή που κρατούσαν από τους πρώτους μήνες του Βοσνιακού Πολέμου απέναντι σε μια συντονισμένη επίθεση που αποτελείτο από Κροατικές όπως επίσης Βοσνιοκροατικές και Βοσνιομουσουλμανικές δυνάμεις. Με αποτέλεσμα, να είναι πιο πρόθυμοι να διαπραγματευτούν τον τερματισμό του πολέμου σε διαπραγματεύσεις που εξελίχθηκαν στο Dayton, στο Οχάιο, την 1η Νοεμβρίου από ότι ήταν στις αρχές της σύγκρουσης. Στην πραγματικότητα, η Επιχείρηση Deliberate Force βοήθησε στο να προλειανθεί το έδαφος για την Ειρηνευτική Συμφωνία του Dayton η οποία πέτυχε στο να εγκαθιδρύσει το πλαίσιο διακυβέρνησης για την Βοσνία και Ερζεγοβίνη το οποίο παραμένει σε ισχύ μέχρι και σήμερα.

Σχεδόν μια δεκαετία από τότε που τέθηκε σε ισχύ, η Ειρηνευτική Συμφωνία του Dayton δεν κατάφερε να επιλύσει τη σύγκρουση στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και η διαδικασία ειρήνευσης δεν έγινε ακόμη αυτοδιατηρούμενη. Πάνω από 7000 στρατιώτες, που οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν αναπτυχθεί από τον Δεκέμβριο του 2004 κάτω από την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραμένουν στη χώρα και οι διεθνείς διαχειριστές συνεχίζουν να παίζουν έναν αδιάκριτο ρόλο στην Βοσνιακή πολιτική ζωή, ανατρέποντας συχνά τους τοπικούς αξιωματούχους. Ωστόσο, η Ειρηνευτική Συμφωνία του Dayton πέτυχε στο να τελειώσει την πλέον αιματηρή σύγκρουση στην Ευρώπη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, που είχε αφαιρέσει πάνω από 100 000 ζωές στη διάρκεια των προηγουμένων τεσσάρων ετών. Και έδωσε την ευκαιρία στους Βοσνίους να οικοδομήσουν εκ νέου τη χώρα τους και μαζί με αυτήν και ένα καλύτερο μέλλον για τους ιδίους.

Επίσης η Επιχείρηση Deliberate Force βοήθησε στο να αποκατασταθεί η αξιοπιστία τόσο του ΝΑΤΟ όσο και της ευρύτερης διεθνούς κοινότητας. Επεμβαίνοντας στρατιωτικά στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη η Συμμαχία μετακινήθηκε οριστικά εκτός περιοχής, που σημαίνει πέρα από το Συμμαχικό έδαφος. Επιπλέον, το ΝΑΤΟ απέδειξε ότι είναι ικανό τόσο να επιβλέψει μια επιτυχημένη πολυεθνική στρατιωτική εκστρατεία όσο και να χρησιμοποιήσει δύναμη για να επιτύχει αντικειμενικούς στόχους που δεν ανήκουν στο Άρθρο 5, δηλαδή αντικειμενικούς στόχους που δεν έχουν να κάνουν με τη συλλογική άμυνα.

Κάτω από τους όρους της Ειρηνευτικής Συμφωνίας του Dayton, το ΝΑΤΟ αναμείχθηκε για πρώτη φορά στη διατήρηση της ειρήνης. Η Συμμαχία καθοδήγησε τη Δύναμη Υλοποίησης ή IFOR από 60 000 άτομα αποστολή της οποίας ήταν να επιβλέψει την υλοποίηση των στρατιωτικών πλευρών της συμφωνίας και το να διασφαλίσει ότι η χώρα δεν θα διολίσθαινε και πάλι προς τον πόλεμο. Επιπλέον, η ανάπτυξη στη Βοσνία προκάλεσε μια σειρά από επιπρόσθετα οφέλη, συμπεριλαμβανομένου, για παράδειγμα, την ενσωμάτωσης κάπου 2000 Ρώσων στρατιωτών και αξιωματικών στις καθοδηγούμενες από το ΝΑΤΟ δομές. Σε μια κίνηση που φαινόταν αδύνατη πριν από πέντε χρόνια, οι στρατιώτες αυτοί εργάστηκαν στο πλευρό των συναδέλφων τους του ΝΑΤΟ για τα επόμενα επτά χρόνια.

Επίσης η Επιχείρηση Deliberate Force προανήγγειλε μια ευρύτερη εμπλοκή του ΝΑΤΟ στα, και δέσμευση του προς τα, Βαλκάνια. Το 1999, το ΝΑΤΟ και πάλι χρησιμοποίησε αποτελεσματικά δύναμη εναντίον του Slobodan Milosevic και των στρατιωτικών του δυνάμεων σε μια αεροπορική εκστρατεία 78 ημερών προκειμένου να σταματήσει η εθνική εκκαθάριση στο Κοσσυφοπέδιο. Μετά από την εκστρατεία αυτή το επόμενο βήμα ήταν η δημιουργία και η ανάπτυξη μιας ΝΑΤΟϊκής αποστολής διατήρησης της ειρήνης, της Δύναμης Κοσσυφοπεδίου ή KFOR, η οποία συνεχίζει να παραμένει ανεπτυγμένη μέχρι σήμερα. Και το 2001, το ΝΑΤΟ επενέβη στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας* με προληπτικό χαρακτήρα για να αποτρέψει έναν άλλο πόλεμο και για να αποκαταστήσει την ειρήνη και την σταθερότητα στην περιοχή.

Αν και χρειάστηκαν οι Σύμμαχοι υπερβολικά μεγάλο διάστημα για να επιτύχουν την απαραίτητη πολιτική συναίνεση για να επέμβουν με αποτελεσματικό τρόπο στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη, από τη στιγμή που η Συμμαχία αποφάσισε να αντιπαρατεθεί με τις αιτίες της σύγκρουσης, επέτυχε στο να τελειώσει πολύ γρήγορα τις βιαιοπραγίες και στη συνέχεια να αναπτύξει τα μέσα για να οικοδομήσει ειρήνη. Έτσι, η Επιχείρηση Deliberate Force αποτέλεσε την απαρχή μιας νέας εποχής για το ΝΑΤΟ, βοηθώντας στο να τεθούν τα θεμέλια για τις πολύ μεγαλυτέρου εύρους αποστολές του μη-Άρθρου 5 στις οποίες εμπλέκεται σήμερα η Συμμαχία, και στο να μετακινηθεί το ΝΑΤΟ πέρα από την απλή διατήρηση της δικής του συλλογικής άμυνας.


Ο Ryan C. Hendrickson είναι αναπληρωτής καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Eastern Illinois και συγγραφέας του υπό έκδοση βιβλίου “Diplomacy and War at NATO: The Secretary General and Military Action After the Cold War” (University of Missouri Press).

...κορυφή σελίδας ...

*Η Τουρκία αναγνωρίζει τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα.