Αρχική σελίδα του ΝΑΤΟ
Αρχική σελίδα του Δελτίου ΝΑΤΟ
      τρέχον τεύχος: φθινόπωρο 2005 προηγούμενα τεύχη  |  γλώσσα
Αρχική σελίδα του ΝΑΤΟ
 Περιεχόμενα
 Πρόλογος
 Περιλήψεις
 Διάλογος
 Συνέντευξη
 Ιστορία
 Αφιέρωμα
 Ανάλυση
 Στατιστικά
 στοιχεία
 Αρθρογράφοι
 Βιβλιογραφία
 Συνδέσεις
 Επόμενο τεύχος
Αρχική σελίδα του Δελτίου ΝΑΤΟ Επικοινωνία με τον εκδότη/Συνδρομές Μορφοποίηση για εκτύπωση

στείλτε το άρθρο αυτό σε ένα φίλο

Ανάλυση

Η ανάπτυξη είναι επώδυνη διαδικασία

Ο Peter van Ham εξετάζει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το ΝΑΤΟ, καθώς αναλαμβάνει έναν ολοένα αυξανόμενο παγκόσμιο ρόλο.


Πηγαίνοντας με τόλμη πέρα από το Συμμαχικό έδαφος:
Ο διάλογος στο ΝΑΤΟ πάνω στο ζήτημα
«εκτός-περιοχής» τελείωσε όταν η Συμμαχία ανέλαβε τη
διοίκηση της Διεθνούς Δύναμης Βοηθείας για Ασφάλεια
στο Αφγανιστάν (© Canadian MOD)

Η βρίθουσα πολιτική ατζέντα του ΝΑΤΟ είναι μια ανάμικτη ευλογία. Από τη μία πλευρά, η Συμμαχία δεν μένει πίσω εξ αιτίας της «εκτός-περιοχής» συζήτησης, όπου μια υπερβολικά στενή ανάγνωση της Συνθήκης της Ουάσιγκτον, του ιδρυτικού της χάρτη, έβαλε σοβαρά εμπόδια στις δραστηριότητες πέρα από την Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική. Από την άλλη, φαίνεται ότι σήμερα καμία πρόκληση ασφαλείας δεν ευρίσκεται εκτός ευθύνης του ΝΑΤΟ.

Από τότε που το ΝΑΤΟ έκανε επίκληση του Άρθρου 5 του όρου της συλλογικής του άμυνας την επομένη των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, βασίμως εξελίσσεται σε αυτό που ο Christopher Coker του London School of Economics ονομάζει «Παγκόσμιο-Αστυνομικό της Δύσης», έναν οργανισμό που προσπαθεί να κάνει τον κόσμο ασφαλή για τη δημοκρατία και την παγκοσμιοποίηση. Σήμερα, το ΝΑΤΟ δεν πηγαίνει μόνο με τόλμη πέρα από το Συμμαχικό έδαφος, αλλά όλο και περισσότερο αναμένεται να αναλάβει τα πάντα, από την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας, μέσα από την αντιμετώπιση της ανάπτυξης όπλων μαζικής καταστροφής (WMD), να συνεισφέρει στο εκδημοκρατισμό της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής, την εκπαίδευση των ιρακινών δυνάμεων ασφαλείας και την υποστήριξη της επιχείρησης διατήρησης της ειρήνης της Αφρικανικής Ένωσης στο Darfur.

Επίσης η Συμμαχία αναλαμβάνει νέες ευθύνες στο τομέα του πολιτικού σχεδιασμού έκτακτης ανάγκης. Ως επακόλουθο του Ασιατικού Τσουνάμι, ο De Hoop Scheffer εισηγήθηκε ότι αν κάτι παρόμοιο συνέβαινε εντός του Ευρωατλαντικού χώρου, η Δύναμης Αντίδρασης του ΝΑΤΟ (NRF) θα είχε αναπτυχθεί για να βοηθήσει. Και όντως, στοιχεία της NRF, προσέφεραν κάποια ανακούφιση μετά τον τεράστιο όλεθρο που προκλήθηκε από τον τυφώνα «Κατρίνα» και τα επακόλουθά του στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ Alabama, Louisiana και Mississippi.

Οι πολλές πρωτοβουλίες, δραστηριότητες και επιχειρήσεις στην ατζέντα του ΝΑΤΟ αντικατοπτρίζουν ολοφάνερα τις προσπάθειες της Συμμαχίας να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις ενός μεταβαλλόμενου στρατηγικού περιβάλλοντος. Ωστόσο, την ίδια ώρα, είναι επίσης ουσιώδες το να διατηρηθεί η Συμμαχία σχετική σε ότι έχει να κάνει με τις προτεραιότητες της εξωτερικής-πολιτικής των ΗΠΑ. Ο κατάλογος του ΝΑΤΟ με τα «πράγματα που πρέπει να γίνουν» μεγαλώνει γοργά σε μεγάλο βαθμό επειδή οι Αμερικανοί πολιτικοί παράγοντες και οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης ολοένα και περισσότερο συνδέουν το στρατηγικό βάρος του ΝΑΤΟ με την συνεισφορά του στους στόχους της εξωτερικής-πολιτικής των ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι συνειδητοποίησαν ότι το ΝΑΤΟ μπορεί μόνον να αρνηθεί προσκλήσεις για να πάει εκτός περιοχής και να αναλάβει προκλητικές νέες αποστολές με δικό του κίνδυνο.

Οι Αμερικανοί αναλυτές και πολιτικοί παράγοντες για καιρό τώρα ισχυριζόντουσαν ότι αν δεν αλλάξει το ΝΑΤΟ τη στρατηγική του εστίαση προς τη Μέση Ανατολή και αν δεν επαναπροσδιορίσει την αποστολή του για να αντιμετωπίσει την απειλή που δημιουργεί η εξάπλωση των όπλων μαζικής καταστροφής και η τρομοκρατία, διακινδυνεύει να γίνει άσχετο. Κράτη όπως η Γαλλία και η Βρετανία μπορεί να διατηρούν ακόμη κάποια επιρροή στην Ουάσιγκτον, όμως οι μικρότεροι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι γνωρίζουν άριστα ότι χωρίς το ΝΑΤΟ, η επίδρασή τους πάνω στην αμερικανική πολιτική είναι αμελητέα. Από τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι παγκοσμίως η μοναδική υπερδύναμη, το να επηρεάζει κάποιος την Ουάσιγκτον είναι όμοιο με το να βοηθά στη διαμόρφωση της πορείας της παγκόσμιας ιστορίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, οι Ευρωπαίοι να χρειάζονται ένα ΝΑΤΟ που να προσφέρει μια λειτουργική πολιτική πλατφόρμα για τη δημιουργία μιας συλλογικής και συνεκτικής Δυτικής Στρατηγικής. Εξ αυτού και το σκεπτικό πίσω από τη διατύπωση του παραπόνου του Καγκελαρίου Gerhard Schroder στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου τον Φεβρουάριο ότι το ΝΑΤΟ δεν ήταν πλέον «ο κύριος τόπος όπου οι διατλαντικοί συνέταιροι συζητούν και συντονίζουν τις στρατηγικές».

Πολλοί στην Ευρώπη πιστεύουν ότι η συχνή επιθετική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στα Ηνωμένα Έθνη και τους άλλους θεσμικούς οργανισμούς θα επηρεάσει επίσης και το ΝΑΤΟ. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τη συχνά μνημονευόμενη παρατήρηση του Υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ Donald Rumsfeld, ότι στο σημερινό κόσμο, «η αποστολή θα καθορίσει τον συνασπισμό – και όχι το αντίστροφο». Το τελικό συμπέρασμα για τους Ευρωπαίους είναι ξεκάθαρο: όταν η Ουάσιγκτον θα καλέσει για νέες δραστηριότητες του ΝΑΤΟ, γενικώς αισθάνονται υποχρεωμένοι να απαντήσουν θετικά. Το ερώτημα τώρα είναι κατά πόσο το ΝΑΤΟ έχει την πολιτική συνοχή και τα στρατιωτικά μέσα για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις αυτές και τις προσδοκίες.

Ο μετασχηματισμός του ΝΑΤΟ

Στην πορεία σε λίγο παραπάνω από δέκα έτη, το ΝΑΤΟ μετασχηματίστηκε από μια συμμαχία που εστιαζόταν πάνω στη συλλογική άμυνα στην πιο έμπειρη στην αποκατάσταση και τη διατήρηση της ειρήνης παγκοσμίως δύναμη. Στη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το ΝΑΤΟ στάθηκε στο περιθώριο, με τη Γαλλία, τη Βρετανία και άλλους Ευρωπαίους Συμμάχους να συνεισφέρουν στον καθοδηγούμενο από τις ΗΠΑ συνασπισμό που εξεδίωξε τις ιρακινές δυνάμεις από το Κουβέιτ. Ωστόσο, μέχρι το 1995, το ΝΑΤΟ μετακινήθηκε στην κεντρική σκηνή, δρομολογώντας μια αεροπορική εκστρατεία στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη κάτι που βοήθησε στο να τερματιστούν εκεί οι συγκρούσεις που κράτησαν τρεισήμισι χρόνια και στη συνέχεια καθοδηγώντας μια δύναμη από 60000 άνδρες για να επιβλέψει την υλοποίηση των στρατιωτικών πλευρών της ειρηνευτικής συμφωνίας. Μετά, το ΝΑΤΟ διεύρυνε τον ρόλο του επί του εδάφους, μετακινούμενο από την ειρήνευση στη διατήρηση της ειρήνης και την οικοδόμηση κρατών.

Καθώς προχώρησε η δεκαετία του 1990, το ΝΑΤΟ ολοένα και περισσότερο έγινε πιο παρεμβατικό αντιδρώντας στην εθνική σύγκρουση στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Μπροστά σε μια ανθρωπιστική καταστροφή, το ΝΑΤΟ δρομολόγησε μια «ανθρωπιστική παρέμβαση» για να σταματήσει την εθνική εκκαθάριση στο Κοσσυφοπέδιο το 1999. Και το 2001, η Συμμαχία αναπτύχθηκε προληπτικά στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας* για να βοηθήσει στην εξουδετέρωση μιας σύγκρουσης μεταξύ εθνικά Αλβανών ανταρτών και της κυβέρνησης των Σκοπίων για την οποία υπήρχε ο κίνδυνος να κλιμακωθεί και να βρεθεί εκτός ελέγχου.

Στη Διάσκεψη Κορυφής του ΝΑΤΟ το 1999, οι Σύμμαχοι συμφώνησαν μια νέα Στρατηγική Αντίληψη, η οποία αντικατόπτριζε τις αλλαγές του περιβάλλοντος ασφαλείας από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και μετά. Και τόσο στη Σύνοδο Κορυφής της Ουάσιγκτον όσο και στη Σύνοδο Κορυφής της Πράγας το 2002, οι Σύμμαχοι δρομολόγησαν πρωτοβουλίες για υψηλού επιπέδου δυνατότητες – τη Πρωτοβουλία Αμυντικών Δυνατοτήτων και τη Δέσμευση Δυνατοτήτων της Πράγας – για να ενισχύσουν τις στρατιωτικές δυνατότητες της Ευρώπης και για να διασφαλίσουν ότι οι Ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις είναι εξοπλισμένες για να κινηθούν γρηγορότερα και ακόμη πιο μακριά.

Και ενώ ήταν αξιοθαύμαστη η ταχύτητα του μετασχηματισμού του ΝΑΤΟ από τότε που τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος και μετά, το κάθε βήμα συνοδεύτηκε από έντονο διάλογο πάνω στις κύριες λειτουργίες του ΝΑΤΟ. Για παράδειγμα, το 2000 στην εκστρατεία για την εκλογή προέδρου στις ΗΠΑ, η Condoleezza Rice, που τότε ήταν σύμβουλος στην εκστρατεία του Bush, παρατήρησε ότι: «Δεν χρειαζόμαστε να έχουμε την 82η Αερομεταφερόμενη για να συνοδεύει παιδιά στο νηπιαγωγείο» στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και το Κοσσυφοπέδιο. Ειδικά, η εκστρατεία στο Κοσσυφοπέδιο, προκάλεσε μεικτά αισθήματα μεταξύ τόσο των Αμερικανών όσο και των Ευρωπαίων, αν και όλες οι κύριες αποφάσεις λαμβανόντουσαν από το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο με ομοφωνία.

Σήμερα καμία πρόκληση ασφαλείας δεν ευρίσκεται εκτός ευθύνης του ΝΑΤΟ.
Στη διάρκεια της εκστρατείας στο Κοσσυφοπέδιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεισέφεραν πάνω από το 75% των δυνάμεων του ΝΑΤΟ, και συνεπώς καθόρισαν τόσο την πορεία όσο και το ρυθμό της μάχης. Με αποτέλεσμα, να αισθάνονται περιθωριοποιημένοι οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι, αντιλαμβανόμενοι ότι οι δυνάμεις τους είχαν σοβαρές ελλείψεις σε τομείς όπως το C4 ISR (διοίκηση, έλεγχος, επικοινωνίες και υπολογιστές, συλλογή πληροφοριών, παρακολούθηση και αναγνώριση) τα έξυπνα πυρομαχικά, και τις δυνάμεις παντός καιρού/ημέρας-νύκτας. Για πολλούς Αμερικανούς, το Κοσσυφοπέδιο αποκάλυψε ακόμη τα όρια της διενέργειας «πολέμου από επιτροπή» και, δικαίως ή αδίκως, η εμπειρία αυτή επηρέασε τις απόψεις των ΗΠΑ για το ΝΑΤΟ. Επιπλέον, το Κοσσυφοπέδιο προσέφερε ήδη μια φευγαλέα ματιά του μέλλοντος, από την στιγμή που οι Ευρωπαίοι ανέλαβαν κυρίως τη διατήρηση της ειρήνης αφού έφυγαν οι πολεμικές δυνάμεις των ΗΠΑ από τη σκηνή.

Στη διάρκεια αυτής της δριμείας αντιπαράθεσης απόψεων γύρω από την ανάπτυξη ενός διαχωρισμού του έργου εντός του ΝΑΤΟ, τότε ήταν που οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου άρχισαν μια νέα στρατηγική εποχή. Αν και η Στρατηγική Αντίληψη του ΝΑΤΟ του 1999 ανέφερε μόνον παρεμπιπτόντως την απειλή της διεθνούς τρομοκρατίας, γρήγορα ο «παγκόσμιος πόλεμος εναντίον της τρομοκρατίας» έγινε το κυρίαρχο πρότυπο ασφαλείας για όλους τους Συμμάχους του ΝΑΤΟ. Μάλιστα, αμέσως μετά την 11η Σεπτεμβρίου, με νωπές ακόμη τις μνήμες του Κοσσυφοπεδίου στα μυαλά τους, οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι ανέλαβαν την πρωτοβουλία να επικαλεστούν το Άρθρο 5. Παρόλα αυτά, η Ουάσιγκτον επέλεξε να προχωρήσει σε πόλεμο εναντίον της Al Qaida και των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν μαζί με εκλεκτούς συμμάχους, αντί του ΝΑΤΟ, ισχυριζόμενη ότι οι περισσότεροι ευρωπαϊκοί στρατοί δεν είχαν τις δυνατότητες κτυπήματος με ακρίβεια για το είδος αυτό της εκστρατείας. Με αυτόν τον τρόπο, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις σε μεγάλο βαθμό αναπτύχθηκαν ως ειρηνευτές μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος. Στη συνέχεια, τον Αύγουστο του 2003, το ΝΑΤΟ ανέλαβε τη διοίκηση της έχουσας την εντολή του ΟΗΕ Διεθνούς Δύναμης Βοηθείας για Ασφάλεια στην Καμπούλ, την πρώτη αποστολή της Συμμαχίας πέρα από τον Ευρωατλαντικό χώρο.

Η εισβολή στο Αφγανιστάν και οι επακολουθήσασες επιχειρήσεις σταθεροποίησης είχαν τη Συμμαχική υποστήριξη, καθώς η στρατιωτική δράση και στις δύο περιπτώσεις νομιμοποιήθηκε με εντολές του ΟΗΕ. Ωστόσο, δεν συνέβη το ίδιο στο Ιράκ. Και ακόμη χειρότερα , στους μήνες που ακολούθησαν προς την εκστρατεία για την εκδίωξη του Saddam Hussein, το ερώτημα για το Ιράκ, δηλαδή τα πλεονεκτήματα από την εισβολή στη χώρα σε αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, μόλις και μετά βίας αναδείχθηκαν στις συνεδριάσεις του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου. Αν και πιθανά είναι κατανοητό με δεδομένες τις διαμετρικά αντίθετες απόψεις σημαντικών Συμμάχων πάνω σε αυτό το θέμα, ο αποκλεισμός αυτός υπονόμευσε τον ρόλο του ΝΑΤΟ ως μιας πολιτικής πλατφόρμας για τις κύριες προκλήσεις ασφαλείας που αντιμετωπίζει η Δύση.

Στη Σύνοδο Κορυφής του Ιουνίου του 2004 στην Κωνσταντινούπολη, οι Σύμμαχοι συμφώνησαν να προσφέρουν βοήθεια στην κυβέρνηση του Ιράκ εκπαιδεύοντας της δυνάμεις ασφαλείας της. Ωστόσο, και παρ’ όλες τις παροτρύνσεις των ΗΠΑ για μεγαλύτερο ρόλο του ΝΑΤΟ στο έδαφος, η Συμμαχία επέλεξε να μην αναλάβει έναν παρόμοιο σταθεροποιητικό ρόλο στο Ιράκ με εκείνος που είχε ήδη αναλάβει στο Αφγανιστάν. Ξεκάθαρα, οι Σύμμαχοι εκείνοι που αντιτέθηκαν στην εισβολή στο Ιράκ τράβηξαν επίσης και μια διαχωριστική γραμμή.

Το μέλλον

Στη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου, η αποστολή του ΝΑΤΟ ήταν σαφής. Επομένως, παρά τις όποιες διαφορές, ήταν σχετικά εύκολο για τους Συμμάχους να παραμείνουν επικεντρωμένοι και να κρατούν τα μάτια τους πάνω στην μπάλα. Ωστόσο, σήμερα, το ΝΑΤΟ κάνει ταχυδακτυλουργικά με πολλές μπάλες και υπάρχει ο κίνδυνος να πέσει κάτω μία ή και περισσότερες, βλάπτοντας έτσι την φήμη της Συμμαχίας και μαζί με αυτήν και τα Συμμαχικά συμφέροντα ασφαλείας.

Όσο περισσότερο και όσο πιο πολύ συχνά πηγαίνει το ΝΑΤΟ «εκτός περιοχής», τόσο μεγαλύτερη η πίεση για να αναλάβει ακόμη περισσότερα καθήκοντα και επιχειρήσεις. Μάλιστα, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Kofi Annan κάλεσε το ΝΑΤΟ να παίξει μεγαλύτερο ρόλο στην Αφρική. Και άλλοι αναλυτές και πολιτικοί παράγοντες οραματίζονται έναν ρόλο για το ΝΑΤΟ στην παρακολούθηση μιας μελλοντικής ειρηνικής λύσης στη Μέση Ανατολή μεταξύ του Ισραήλ και της Παλαιστινιακής Αρχής και ακόμη και στο να βοηθήσει στη διαδικασία ομαλοποίησης στη Κύπρο.

Η εκστρατεία στο Κοσσυφοπέδιο έκανε σαφές στους Ευρωπαίους Συμμάχους ότι πρέπει να εκσυγχρονίσουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες αν επιθυμούν να παραμείνουν στρατιωτικά συναφείς με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μάλιστα, κάποιοι αναλυτές προειδοποιούν ότι εάν συνεχίσουν να αυξάνουν τα στρατιωτικά-τεχνολογικά και δογματικά ανοίγματα μεταξύ της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, το μέλλον του ΝΑΤΟ ως μιας στρατιωτικής συμμαχίας είναι δυσοίωνο. Με αποτέλεσμα, η Συμμαχία να εγκαινιάσει μια φιλόδοξη διαδικασία μετασχηματισμού, που συμπεριλάμβανε και τη δημιουργία της Συμμαχικής Διοίκησης Μετασχηματισμού στο Norfolk, Virginia, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όμως το πνεύμα του μετασχηματισμού δεν έχει επιδράσει ουδόλως ακόμη επάνω στη Στρατηγική Αντίληψη του ΝΑΤΟ, η οποία παραμένει χωρίς αλλαγές από τον Απρίλιο του 1999.

Σε έναν ιδεώδη κόσμο, οι Σύμμαχοι θα είχαν αρχίσει να σχηματίζουν μια καινούργια Στρατηγική Αντίληψη για να διατυπώσουν με σαφήνεια τις γεωστρατηγικές προτεραιότητες του ΝΑΤΟ, την πολιτική τους θέση πάνω σε θέματα όπως είναι η χρήση δύναμης και ο ρόλος των πυρηνικών όπλων. Όμως πιθανά θα αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολο το να φθάσουμε στην συναίνεση σε τέτοια επίμαχα θέματα. Έτσι, σήμερα οι Σύμμαχοι έχουν επιλέξει να μην ανοίξουν αυτό το δοχείο που ενδεχόμενα να περιέχει σκουλήκια. Και ενώ είναι κατανοητή η προσέγγιση αυτή, δεν είναι όμως σαφές το για πόσο καιρό μπορεί να μείνει η Συμμαχία χωρίς μια νέα συναίνεση πάνω σε καίρια στρατηγικά ερωτήματα. Πάντως, εύλογα οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι ισχυρίζονται ότι αν πρόκειται να τους ζητηθεί να αναλάβουν τη διατήρηση της ειρήνης και την οικοδόμηση κρατών μετά τον πόλεμο, θα πρέπει επίσης να αναμειχθούν στην λήψη αποφάσεων προτού γίνει ο πόλεμος.

Για να αναζωογονήσουν το ΝΑΤΟ, οι Σύμμαχοι πρέπει να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους για να ενισχύσουν το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο ως το κύριο φόρουμ για τον διατλαντικό διάλογο για ασφάλεια, σύμφωνα με τις υποδείξεις του Καγκελαρίου Schroder. Σε αυτό το σημείο, θα είναι άκρως σημαντική η διαδικασία αναθεώρησης την οποία ξεκίνησε ο De Hoop Scheffer για να κάνει το ΝΑΤΟ μια πιο πολιτική συμμαχία.

Στο μέλλον, το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο θα πρέπει να ορίσει προτεραιότητες. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αποφασίσει να μην κάνει κάποιες αποστολές (όσο σημαντικές και αν είναι), και να μην εμπλακεί σε κάποιες επιχειρήσεις (όσο αξιέπαινες και αν είναι). Μια εναλλακτική λύση μπορεί να είναι η καθιέρωση της γενικής ιδέας της «δομημένης συνεργασίας», της ορολογίας της Ε.Ε. για να επιτρέπεται σε μικρές ομάδες κρατών μελών να συμμετέχουν σε ορισμένες δραστηριότητες χωρίς να συμφωνούν οι πάντες, μια πρόταση που υποβλήθηκε από τον Ολλανδό υπουργό Εξωτερικών Ben Bot. Αυτό θα διευκολύνει το ΝΑΤΟ να μετατραπεί σε έναν ευέλικτο οργανισμό με τη νοοτροπία και τη δομή του «τι είναι δυνατόν σε κάθε περίπτωση να γίνει» για να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά μας.

Ο Peter van Ham είναι διευθυντής του Προγράμματος Παγκόσμιας Διακυβέρνησης στο Ολλανδικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων“Clingendael” στη Χάγη, και καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης στην Bruges, στο Βέλγιο.

...κορυφή σελίδας ...

*Η Τουρκία αναγνωρίζει τη Δημοκρατία της Μακεδονίας με το συνταγματικό της όνομα.